Με πονο και λυπη παρακολουθω τα τεκταινομενα στην κοινωνια μας γυρω απ το πρωτοφανες φαινομενο της πανδημιας. Οργισμενοι ανθρωποι φωναζουν κατα των εμβολιων τη στιγμη που δικοι τους  πεθαινουν απο ασφυξια στους διαδρομους νοσοκομειων. Η πλανη δυστυχως δεν αφησε απειραχτο και το Αγιο Ορος. Δεκαδες μοναχοι καταληγουν ,πιστευοντας οτι ετσι γινονται μαρτυρες. Ξαφνικα η θερμοκρασια επεσε 10 βαθμους. Παρ ολα αυτα τα κεντρα διασκεδασης γεματα..Ο συχρωτισμος μαζι με το κρυο θα γεμισει ξανα τα Νοσοκομεια.

Θυμηθημα μια παλια ιστορια. Πριν πεντε χρονια, οταν τη διαβασα με ειχε συγκινησει βαθια. Σας τη θυμιζω.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στάμο έλα ο Σήφης είμαι… ακούστηκε γνώριμη φωνή από την άλλη άκρη του σύρματος.

Αναγνωστάκη λέγε γρήγορα τί θες, με περιμένει η Χρύσα και οι κουμπάροι στο σινεμά. Μόλις που προλαβαίνω.

Στάμο θυμάσαι εκείνον το μικρούλη από τη γειτονιά σου; ακούστηκε περίεργα σοβαρή η φωνή του Αναγνωστάκη.Τον είχαμε μέσα πάλι με πνευμονία. Ξέρεις Πέθανε πριν από λίγο στον ύπνο του.

Αισθάνθηκε τη νάρκη να σκάει, πριν ακουμπήσει καλά-καλά το πόδι του στο έδαφος.

 

 

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για παιδια σε αναπηρικο αμαξιδιο.

 

 

 

 

Mια ιδιοτροπία στο γενετικό του υλικό, οδήγησε το δευτερότοκο, ροδοκόκκινο βρέφος της εικοσιπεντάχρονης Άννας να μεταλλαχθεί σε ένα ανάπηρο νήπιο.

Το κακό άρχισε να εμφανίζεται από την ηλικία των δύο. Ανταριάζονταν μέσα του η ζωή, μα οι μαλθακοί μυώνες δεν υπάκουαν στα κελεύσματα της. 

Ο μικρός Διονύσης βάδιζε με δυσκολία, για τρέξιμο ούτε λόγος 

Κι από τα πέντε το παιδί ήταν πλέον καθηλωμένο σε μια αναπηρική πολυθρόνα

 

 

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για παιδια σε αναπηρικο αμαξιδιο.

 

 

 

Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τυχαία ένα καλοκαίρι  που είχε γυρίσει στο Βόλο μετά τη λήξη της εξεταστικής.

Επέστρεφε από τον φούρνο, τσιμπολογώντας την αχνιστή φραντζόλα και βρέθηκε ξαφνικά μπροστά  στο ξανθό χαμογελαστό αγοράκι με τα καταπράσινα μάτια, περίσσια ευλογίας σε ένα πρόσωπο εκμαγείο ανεμελιάς.

Πίσω του έσπρωχνε το καροτσάκι ο μεγάλος του αδερφός. Κοντοστάθηκε με τεθλασμένο δέος μπροστά τους Λευκές, απαστράπτουσες ακτίνες αθωότητας ακτινοβολούσαν τα δυο παιδικά πρόσωπα, αποσυνδέοντας και εκμηδενίζοντας με το εκτυφλωτικό τους φως την όποια σκιά πόνου και θλίψης κρύβονταν σε τούτο τον καμβά.

Από εκείνο το μεσημέρι βάλθηκε να τον παρακολουθεί, όποτε και όπως μπορούσε. Δεν ήταν δα και δύσκολο να συναντήσει κανείς το μικρό Διονύση.

Το αναπηρικό του αμαξίδιο διέσχιζε καθημερινά τους δρόμους του Βόλου, σπαραχτικά χαρωπό άρμα, κάνοντας οδηγούς και τους περαστικούς   να σταματούν με σέβας μπροστά σ’ αυτόν τον Πρίγκιπα της πόλης. 

Πολύχρωμο, με σημαιάκια, κόρνα, καθρεφτάκια δεξιά και αριστερά στους βραχίονες. Στις ρόδες αναβόσβηναν μαργαριτάρια κάτι μικροσκοπικά κίτρινα φωτάκια.

Καμιά φορά σαν να άκουγες  μια αόρατη μπάντα να σκορπίζει στον αέρα μια αλά μαρς μουσική υπόκρουση για τον λαμπρό εποχούμενο στον περίπατο του.

Ξοπίσω του έτρεχε η πιτσιρικαρία, πολύβουος θίασος ξωτικών. Οι πιστοί σωματοφύλακες φίλοι του που από τη βίγλα του παιδικού τους μυαλού φαίνονταν ακόμα πολύ μακρινές και δυσδιάκριτες οι ιοβόλες λέξεις των ενηλίκων σακάτης,αρρωστιάρης,κακεχτικός, μαραμένος.

 

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για παιδια σε αναπηρικο αμαξιδιο.

 

 

 

 

 

 

Έσπρωχναν εναλλάξ το καροτσάκι, κατεβαίνοντας όλα μαζί την οδό Καρτάλη, για να φτάσουν στη θάλασσα. Αντίλαλος στους παράδρομους και στα κάθετα σοκάκια οι ματζόρε νότες του παιδικού τους τραγουδιού 

Και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιός-ποιός-ποιός θα φαγωθεί. Ω-ε, ω-ε, ω-ε, ωωωω-εεε….

Σ’ αυτά τα όλο υγεία και αρτιμέλεια εξάχρονα αγόρια και κορίτσια τα ατροφικά και δύσμορφα μέλη του Διονυσάκη δεν προξενούσαν καμιά αποκρουστική εντύπωση, ούτε το διαφορετικό αναρτούσε κανενός είδους απαγορευεται. Καθώς, παιδιά ακόμη, κοιτούσαν, μα δεν έβλεπαν με τις παραμορφωτικές διόπτρες του οίκτου.

Με τα ίδια αυτά τα μάτια, της αγάπης, έβλεπαν το Διονυσάκη και οι γονείς του, η Άννα και ο Δημήτρης. Ήταν ο μόνος από τη γειτονία που το είχε αντιληφθεί εξαρχής, χωρίς να τους γνωρίζει καν.Ίσως για αυτό και δεν είχε μετρήσει για σκληρότητα ή για αδιαφορία από μεριά τους την εμμονή να ζήσει ο Διονυσάκης τον ενεστώτα της παιδικής του ηλικίας δίχως περιορισμούς στο όνομα της στοργής, αλλά επί ίσοις όροις με τους συνομηλίκους του.

Για την Άννα και το Δημήτρη ο αλουμινένιος σκελετός και οι σιδερένιοι τροχοί της αναπηρικής πολυθρόνας δεν ήταν κρύο μέταλλο, ούτε μηχανικά υποκατάστατα των πελμάτων του παιδιού τους, παρά μόνο ζωντανή προέκταση βιολογίας.

Χωρίς να ξαστοχεί διόλου, ο γονεϊκός νους τα έβλεπε σαν τους σφριγηλούς, δυνατούς μηριαίους και κνημιαίους του μικρού Διονύση. 

Οι ροδιές του αμαξιδίου στο σκονισμένο δρόμο τους έμοιαζαν σαν να ήταν ο θρους των βημάτων του. Και ο Στάμος δεν διέκρινε καμιάς λογής ψευδαίσθηση ή αυθάδεια σ’ αυτό.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για παιδια σε αναπηρικο αμαξιδιο.

 

 

 

 

Ο Διονυσάκης για πρώτη φορά τον κοίταξε κατάματα, με επιμονή. Έκανε να του πει κάτι, αλλά έπαθε αναπάντεχη αναρθρία. Εκεί, τότε,  σαν να του φάνηκε μια αδιόρατη θλίψη να ανεβαίνει στα ουράνια, προαισθάνθηκε πως η αμμωτή πυξίδα άρχιζε να μετρά αντίστροφα για τον Διονυσάκη.

Κι έπειτα η ναυτία αυτής της μαύρης σκέψης τον πλημύρισε.Από εκείνο το βράδυ άρχισε να καταγράφει – σχεδόν ψυχαναγκαστικά – σε ένα νοητό κατάλογο όλα τα ανάπηρα παιδιά που έβλεπε ή γνώριζε.

Τρία σήμερα σε αναπηρικό καροτσάκι, ένα τυφλό αγοράκι την Κυριακή στο πάρκο, το μωράκι της Ελένης με τον αυτισμό, η Στελίτσα με το λειψό αριστερό χέρι, ο μικρός από το διαμέρισμα του 3ου ορόφου με το ακουστικό στο δεξιό αυτί

Και για πρώτη φορά άρχισε να συνειδητοποιεί πως, έξω από τον πάνορμο του παιδικού δωματίου του μικρού του γιού, επικρατούσε μια τέτοια βίαιη τρικυμία∙ αμέριμνος αυτός τόσο καιρό αγνοούσε τα κατακόκκινα νερά.

 

 

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για παιδια σε αναπηρικο αμαξιδιο.

 

 

 

 

Έκτοτε του είχε καρφωθεί η ιδέα να γράψει ένα ποίημα, μια ιστορία ή έστω κάποιο μικρό σημείωμα για αυτή την ατελεύτητη στρατιά των ηττημένων της Φύσης.

Όλων αυτών που ήρθαν στη ζωή με σύμβαση εξαρχής λειψή και ετεροβαρή.  Τα εκατοντάδες, τα χιλιάδες, τα εκατομμύρια παιδιά που στερήθηκαν το πιο αυτονόητο αγαθό της παιδικής ηλικίας.

Παιδιά κουτσά, τυφλά, παιδιά που δεν θα μπορούσαν να ακούσουν ποτέ μόνο με τα αυτιά τους την ανθρώπινη φωνή, μια μουσική, τη βροχή ή το καλοκαιρινό αεράκι στους θάμνους της αυλής.

Βρέφη με κομμένα ακροδάχτυλα, με δύσμορφο προσωπάκι με τρύπια καρδιά, με βραδυφλεγή νου, με λειψό πνεύμονα.

Έπρεπε κάποιοι να μιλήσουν κάποτε και γι΄αυτούς

 

 

 

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για παιδια σε αναπηρικο αμαξιδιο.

 

 

 

 

Το τηλέφωνο κουδούνισε επίμονα. Κοίταξε το ρολόι του. Πλησίαζε έντεκα. Σε λίγο ακούστηκε ο τηλεφωνητής:

Στάμο η Χρύσα είμαι. Αν είσαι ακόμη στο ιατρείο, σήκωσε το  Είμαστε έξω από το σινεμά, θα ‘ρθεις επιτέλους;.

Δεν απάντησε. Aυτό το βράδυ αισθάνθηκε πως είχε άλλη αποστολή.

Έκλεισε τα φώτα και τράβηξε δυνατά την εξώπορτα του ιατρείου. Βγαίνοντας, τον χτύπησε ένα παγωμένο αεράκι.Φθινοπώριασε για τα καλά σκέφτηκε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μπήκε στο πρώτο πρακτορείο Λοττο που βρέθηκε ανοικτό στον δρόμο του. Κάθισε στον πάγκο σιωπηλός για ώρα πολύ, η διαστολή η αφύσικη του χρόνου δεν τον άφησε να υπολογίσει για πόσο.

Δώς μου ένα τσιγάρο

είπε σε μια στιγμή επιτακτικά στον πράκτορα με το βαμμένο μαλλί πίσω από τον πάγκο.Τράβηξε μια λευκή κόλλα χαρτί κάτω από μια στοιβάδα δελτίων Λοττο , πήρε στην τύχη ένα στυλό και ξεκίνησε να γράφει. Ακατάπαυστα, σαν να του υπαγορεύει κάποιος τις λέξεις.

Μικρέ μου γενναίε, σου γράφω τώρα που έγινες πια μια Σκιά στην Χώρα των Σκιών, ένα μικρό, λευκό σύννεφο στον ανοιχτό ορίζοντα. Δεν γνωριστήκαμε ποτέ.

Ωστόσο, μπορεί να με είχες αντιληφθεί, τότε  που σε πρωτοείδα ένα παιδάκι πέντε χρονών – πέρασαν κιόλας τόσα χρόνια; Είχα κοντοσταθεί και σε παρατηρούσα ανάμεσα στην πολύβουη παιδική συντροφιά σου χαμογελαστό πάνω στο αναπηρικό αμαξίδιο. Μου έκανες βαθιά εντύπωση. 

Σε καμάρωσα Δεν ήσουν κάπου απόμερα απομονωμένος φοβικός δυστυχισμένος, αλλά στεκόσουν εκεί στο κέντρο του κύκλου. Ήθελες να είσαι μαζί με τους φίλους σου και τα κατάφερες  Διαφορετικός, αλλά ίσος ανάμεσα σε ίσους.

Από τότε, βλέπεις, η αδύναμη καρδιά σου έκρυβε τόσο πολύ ψυχή.Από εκείνο το πρωινό σε ξανασυνάντησα πολλές φορές. Τυχαία στο δρόμο, στο πάρκο, στα παγκάκια της πλατείας στην αγορά, στο σχολείο σου. Σε ξαναείδα κάποιο ηλιόλουστο απόγευμα του Απρίλη, ανάμεσα στις πρώτες νιφάδες παραμονές Χριστουγέννων, στη λήξη της σχολικής χρονιάς καυτό μεσημέρι του Ιούνη.

Πάντοτε μαζί με τους φίλους σου, που έδειχναν για σένα την έγνοια της αληθινής αγάπης.

Πάντοτε ένα χαμογελαστό και ξέγνοιαστο παιδάκι  Κι ας σου στέρησε η ζωή το  πιο αυτονόητο αγαθό της παιδικής ηλικίας.

Σαν γιατρός γνώρισα από πολύ κοντά την αρρώστια. Είδα τους ανθρώπους να θυμώνουν, να σκληραίνουν, να λιποψυχούν, να παραιτούνται, να κλείνονται στον εαυτό τους εξαιτίας του πόνου και της ασθένειας.  

Είδα τους πιο θαρραλέους να λυγίζουν, το χαμόγελο να γίνεται δάκρυ, την πίστη να λιγοστεύει. 

Σε τούτη τη θλιβερή αναπόληση δεν θυμάμαι, όμως, ποτέ μου τέτοιας λογής χαρούμενο ιππότη, όπως ήσουν εσύ

Η τελευταία εικόνα που έχω από εσένα, μικρέ μου γενναίε, ήταν λίγες εβδομάδες πριν. Έσπρωχναν  οι φίλοι βιαστικά το αναπηρικό καροτσάκι σου, τρέχοντας για να κρυφτείτε όλοι από μια αναπάντεχη ανοιξιάτικη μπόρα. 

Μου φάνηκες κουρασμένος. Μεγάλωσες πια Σαν να μην βολεύονταν στο μικρό ασθενικό σου κορμάκι το εικοσάχρονο παλικάρι που έγινες. 

Έμαθα το θλιβερό νέο στο ιατρείο μου.

Ταράχτηκα στα αλήθεια, αν και είχα αρχίσει από καιρό να πιστεύω πως πλησίαζε για σένα η ώρα να γιατρευτείς από την ασθένεια της ζωής

Δεν θα ‘ρθω στο ξόδι σου. Άλλωστε, πως θα μπορούσα; Στο ξαναείπα, δεν γνωριζόμασταν. Είμαι σίγουρος ότι στο στερνό σου λίκνο  θα έχεις ένα πελιδνό κάλλος, μια απόκοσμη γαλήνη. Και λίγο πριν δύσει ο ήλιος υπάκουοι μεταλλωρύχοι οι νεκροθάφτες θα βυθίσουν το φέρετρο σου στο χώμα, για να σε χωρίσουν δια παντός από όσους αγάπησες και σ’ αγάπησαν.

Τώρα που εξανεμίζεσαι αστρόσκονη στους δέκα Γαλαξίες είναι η σειρά μου να σε αποχαιρετήσω.

Υποκλίνομαι, λοιπόν, μικρέ μου γενναίε 

Υποκλίνομαι στα βαθιά σου μάτια, καθρέπτες, όπου μέσα τους καθρεπτίζονταν η λάμψη της στοργής των δικών σου ανθρώπων. Στα καστανά σου μαλλιά, περήφανη χαίτη που έδιωχνε μακριά το παράσιτο του οίκτου και κέρδιζε τον άνεμο.   

Στο αναπηρικό σου καροτσάκι, με τις ρόδες-φτερά που σε ταξίδεψαν εκεί που τα αδύναμα μέλη σου ποτέ δεν  θα μπορούσαν. 

Στο μεγάλο μάθημα που έδινες κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε ημέρα σε όλους εμάς. 

Μας έμαθες να συλλαβίζουμε ακέραιες τις λέξεις:  αξιοπρέπεια, αισιοδοξία, περηφάνια, καλοσύνη, αυτάρκεια, ευπροσηγορία. 

Στην παιδική καρδιά των φίλων σου, που δεν σε άφησε στιγμή μόνο σου, ασπίδα που κράτησε μακριά τον πόνο, τη θλίψη, τη μοναξιά, για  να μη σε ζυγώσουν. 

Στους γονείς σου που ξόδεψαν κάθε στάλα λατρείας  στοργής και φροντίδας που είχαν.  Σήκωσε πολλά ο ώμος τους. Πρέπει τώρα να αναμετρηθούν με την απουσία σου.

Καλή συνέχεια, μικρέ μου γενναίε, εκεί που βρίσκεσαι τώρα. Μόνος σου πλέον  Χωρίς  το  αναπηρικό καροτσάκι  και τους φίλους σου. Συντροφιά σου  η αγάπη και η τρυφερότητα, που εσύ γέννησες στις –  άμαθες κι αμήχανες μπρος στο Καλό  –  καρδιές μας.

Χρειάζεται, βλέπεις, ο Παράδεισος και αληθινούς Αγίους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διάβασε στα γρήγορα ό,τι έγραψε.

Έμοιαζε καταρχήν ως νεκρολογία, αλλά και με έωλη σκέψη, βιωμένη εμπειρία ή με έκλαμψη μιας ξεχασμένης θαλπωρής.

Χούφτιασε το χαρτί και βγήκε από την ομίχλη καπνού του πρακτορείου. Ο αέρας έφερνε παγωμένη τη μυρωδιά της θάλασσας. Τον τράβηξε το εξατμισμένο ιώδιο από τη μύτη και άρχισε να κατηφορίζει προς την Παραλία. 

Τον προσπερνούσαν  διαρκώς ζευγάρια και παρέες, φίρδην μίγδην γελαστά αγόρια και κορίτσια, ντυμένα a la mode που δεν του πήγαινε και δεν γούσταρε, κάτι ξεβαμμένα παντελόνια και μωβ χοντρά παπούτσια με λυμένα κίτρινα κορδόνια. Τους έβλεπε με ανάκατο θυμό και οίκτο για την άγνοια της αγνοίας τους: πως μπορούσαν να μην αναγνωρίζουν αυτήν τη δυναστεία της θλίψης που κυριαρχούσε ολόγυρα τους; 

Περιμάζεψε από το γρασίδι  ένα άδειο μπουκάλι ρετσίνας που πέταξαν φεύγοντας κάτι φοιτητές. Δίπλωσε στα τέσσερα τη λευκή κόλλα με προσοχή. Απ’ έξω έγραψε με μεγάλα γράμματα:

Γράμμα για τον Παράδεισο.

Έπειτα έσπρωξε το χαρτί μέσα στη διάφανη φιάλη, σφραγίζοντας την με ένα μισοστραβωμένο σκουριασμένο καπάκι που του βρέθηκε πρόχειρο, πεταμένο χάμω.

Αίφνης από το μοναδικό γκρίζο σύννεφο του βραδινού ουρανού ξεπρόβαλλε μεγάλο και φωτεινό το φεγγάρι.

Πλησίασε τη σκούρη θάλασσα. Κοίταξε δεξιά-αριστερά αμήχανα σαν συνωμότης. Η παραλία γεμάτη ψυχές στο βραδινό τους περίπατο , μα κανείς δεν φαίνονταν να έδινε σημασία σε τούτη την ανώνυμη δέηση.

Γονάτισε και άφησε το μπουκάλι να πέσει στη θαλασσα .

Έμεινε έτσι σκυφτός για ώρα πολύ, ώσπου το γυάλινο κάργκο απομακρύνθηκε στον ήρεμο στροβιλισμό των νυχτερινών κυμάτων

 

 

 

Πηγη