RSS Feed

Monthly Archives: Δεκέμβριος 2019

2020 ΜΙΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΧΡΟΝΙΑ

Σχετική εικόνα

 

 

 

Δεν συνηθιζω να σχολιαζω πολιτικα γεγονοτα. Οχι οτι με αφηνουν αδιαφορο, αλλα εχω τις δικες μου προτεραιοτητες. Ομως τον τελευταιο καιρο , ηρθε στην επιφανεια αλλη μια εξαιρετικα σοβαρη ενεργεια του¨φαινομενου¨Τραμπ. Πριν λίγες μέρες ο πρόεδρος των ΗΠΑ , υπέγραψε μια σειρά νομοθετημάτων, που ξαναγράφουν την ιστορία στις σχέσεις ΗΠΑ -Ανατολικής Μεσογειου.

Αρση του εμπάργκο όπλων στην Κύπρο,

Στηριξη του αγωγου East Med Act. Και τα δυο, ειναι πλεον  Νόμοι του αμερικανικού κράτους.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ον East Med υπ

 

 

Αν θελησουμε να σταθουμε λιγο στο γεγονος  East Med Act, θα διαπιστωσουμε οτι:

Δεν μιλάμε για απλή στήριξη του State Department,  σ ένα επενδυτικό σχέδιο , μιλάμε για Νόμο των ΗΠΑ, μιλάμε πως όποιος πάει αντίθετα στο συγκεκριμένο σχέδιο είναι απλά  παράνομος. Να γιατι ειναι το λιγοτερο ανοητη  μια ΑΟΖ που κόβει στη μέση τον East Med .

Η Τουρκία θα τολμήσει να σταματήσει το σχέδιο, λέγοντας όποια γελοία δικαιολογία θέλει; 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ον East Med υπ

 

 

 

Φοβαμαι οτι δεν εγινε αντιληπτο, αλλά ο Νόμος για το East Med Act , είναι  μια συναλλαγή χρηματοοικονομική. Κανεις δεν θαβαζε τα λεφτά του , σε θαλάσσιες γεωτρήσεις, όταν εκεί γυρω εκοβαν βολτες, εστω ανοητα, τα τουρκικα πολεμικα .

Καμια τράπεζα δεν θα έδινε λεφτά στον EastMed.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ον East Med υπ

 

 

 

 

Με την ¨στρατηγικη¨αυτη νομοθετικη  κίνηση  οι ΗΠΑ βάζουν τον East Med υπό την Αιγίδα τους Αυτοματα, ο East Med γίνεται χρηματοδοτήσιμος Δεν θα υπάρξει κάποια τράπεζα ή fund που θα ζητήσει παράλογο επιτόκιο για ένα έργο που θα έχει εκεί τον 6ο Στόλο να το προστατεύει. Συνεπώς, οι ΗΠΑ υπέγραψαν την βιωσιμότητα του East Med.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ον East Med υπ

 

 

 

Όλα αυτά είναι στρατηγικα χτυπήματα των ΗΠΑ στον ταραχοποιό της περιοχής. Όποιο λόμπι και να επιστρατεύσει  ο Ερντογάν, οι ΗΠΑ πλέον έχουν σαν βασικούς εταίρους Ελλάδα και Κύπρο Και η ¨ταφόπλακα¨ τα τουρκικά F-35A, τα οποία πλέον θα αποθηκευτούν, με έξοδα της αμερικ κυβέρνησης σε κάποια άνυδρη έρημο.

Αν τα παραπανω δεν ειναι μια ακρως ενδιαφερουσα προοπτικη, που ενισχυει τα χρηματοοικονομικα σχεδια της Ελλαδας, τοτε ποια ειναι;

Χαιρετε.

 

Σχετική εικόνα

 

 

Πηγη :http://www.anixneuseis.gr/

ΔΕΗΣΙΣ.. 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Αλεξανδρος Παπαδιαμαντης.

 

 

 

(Ἐράνισμα ἐκ τῶν Ψαλμῶν)

Πρὸς Σὲ τὰς χεῖράς μου,

πρὸς Σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου αἴρω, 

τὰ φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν

Σοὶ προσφέρω·

ἐτάκη ἡ καρδία μου, ὡσεὶ κηρός, ἐντός μου·

ἐλέησόν με, ὁ Θεός, σπλαγχνίσου,

ὁ Θεός μου.

Εἶναι πολὺ τὸ πέλαγος, πολύ,

τῶν οἰκτιρμῶν Σου·

ἡ προσευχή μου εἰς ναὸν φοιτᾷ τὸν ἅγιόν Σου·

εἰς κρίσιν μὲ τὸν δοῦλόν σου

μὴ θέλῃς νὰ εἰσέλθῃς,

πρὶν ἢ μὲ τὰ ἐλέη σου ἐπὶ τῆς γῆς κατέλθῃς.

Ἡ δόξα σου ὡς οὐρανὸς ἀτέραμνος ἁπλοῦται·

ἐνώπιόν Σου, ὁ Θεός, θνητὸς δὲν δικαιοῦται·

τὸ ὄνομά Σου ἄπειρον πληροῖ τὴν οἰκουμένην·

Σὺ τὴν ψυχήν μου οἴκτειρον

τὴν καταβεβλημένην.

Ἡ ὕπαρξίς μου εἰς φθορὰν

καὶ σκοτασμὸν κατέβη·

κατέστην τῶν μισούντων με καὶ

τῶν ἐχθρῶν μου χλεύη·

οἱ συγγενεῖς μου μ᾿ ὕβριζον,

μ᾿ ἐνέπαιζον οἱ φίλοι,

τὰς κεφαλάς των σείοντες,

λαλοῦντες μὲ τὰ χείλη.

Καὶ πάντες οἱ θεώμενοι σκληρῶς

μὲ κατηρῶντο,

καὶ τόσα βέλη κατ᾿ ἐμοῦ καὶ ξίφη

ἡμιλλῶντο·

ὤ, πότε, πότε, Κύριε,

θὰ παύσῃς τὴν ὀργήν σου;

πᾶσαν αὐγὴν τὸ στόμα μου λαλεῖ

τὴν αἴνεσίν σου.

Ἀνωφελὴς ὁ βίος μου ἐνώπιόν Σου ρέει·

πᾶσα πνοὴ καὶ ὕπαρξις

τὸ πρόσκαιρόν της κλαίει·

εἷς λίθος εἰς οἰκοδομὴν

ἂς ἤμην τοῦ ναοῦ σου καὶ 

ἂς ἤμην καίουσα λαμπὰς

πρὸ τοῦ σεπτοῦ βωμοῦ σου.

Οἱ οὐρανοὶ τὴν δόξαν σου

σιγῶντες διηγοῦνται·

πρὸς αἶνόν σου τὰ χείλη μου

τὰ τρέμοντα κινοῦνται·

πῶς ραγισμένη βάρβιτος

θὰ βάλῃ ἁρμονίαν;

καὶ πῶς ψυχὴ βαρυαλγὴς

θὰ εἴπῃ μελῳδίαν;

Τὸ πνεῦμά μου ἰλιγγιᾷ,

ὦ Κτίστα τῶν αἰώνων,

δὲν ἔχω ἀλλ᾿ ἢ δάκρυα

νὰ σοὶ προσφέρω μόνον·

ὡς τοῦ ἡλίου ἡ ἀκτὶς τὴν δρόσον καταπίνει,

τὸ ἔλεός σου ἐκπεμφθὲν

τὰ δάκρυά μου σβήνει.

Πρὸς σὲ τὸν Πλάστην ἔκραξα

ἐν συνοχῇ καρδίας,

σκώληξ τῆς γῆς οἰκτρὸς ἐγὼ

καὶ τέκνον ἀσθενείας·

μὴ ἀποβάλῃς προσευχὴν

ἐκ βάθους πεμπομένην

καὶ μὴ ἀπώσῃ, ὁ Θεός,

ψυχὴν συντετριμμένην.

Ὤ, Κύριε, τίς ἐν Θεοῖς ὑπάρχει ὅμοιός σοι;

καὶ τίς τὸ πλάσμα δύναται τῶν σῶν χειρῶν

νὰ σώσῃ;

ἂν παρὰ σοὶ εὐπρόσδεκτος

δὲν εἶν᾿ ἡ προσευχή μου, ἂς ἀναλύσῃ

εἰς πηγὰς δακρύων ἡ ψυχή μου.

Πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου,

πρὸς σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου αἴρω,

τὰ φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σοὶ προσφέρω·

ἐτάκη ἡ καρδία μου, ὡσεὶ κηρός, ἐντός μου·

ἐλέησόν με, ὁ Θεός, σπλαγχνίσου,

ὁ Θεός μου

(1881) Αλεξανδρος Παπαδιαμαντης.

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Αλεξανδρος Παπαδιαμαντης.

 

 

Απαντα, τομος πεμπτος.

Πηγη http://papadiamantis.net

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΜΑΛΑΚΩΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ..

 

 

 

Σχετική εικόνα

 

 

 

Τὸ ¨βλογημένο μαντρί ή Γιάννης ο Βλογημένος¨ Φώτη Κόντογλου.

Η ιστορία του διηγήματος  Το βλογημένο μαντρί, διαδραματίζεται  μία κρύα νύχτα με χιονιά, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Είναι μία ιστορία-ύμνος για την αγάπη  που ζεσταίνει τις καρδιές των απλών φτωχών ανθρώπων. 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

 

 

Κάθε χρόνο ὁ Ἅγιος Βασίλης τὶς παραμονὲς τῆς Πρωτοχρονιᾶς γυρίζει ἀπὸ χώρα σὲ χώρα κι ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό,  καὶ χτυπᾶ τὶς πόρτες γιὰ νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τὸν δεχτεῖ  μὲ καθαρὴ καρδιά.

Μία χρονιὰ λοιπόν, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ τράβηξε Ἤτανε σὰν καλόγερος ἀσκητής ντυμένος μὲ κάτι μπαλωμένα παλιοράσα,  μὲ  χοντροπάπουτσα στὰ ποδάρια του καὶ μ᾿ ἕνα ταγάρι περασμένο στὸν ὦμο του.Γι᾿ αὐτὸ τὸν παίρνανε γιὰ  διακονιάρη καὶ δὲν τ᾿ἀνοίγανε τὴν πόρτα.

Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἔφευγε λυπημένος,  γιατὶ ἔβλεπε τὴν ἀπονιὰ  τῶν  ἀνθρώπων  καὶ συλλογιζότανε τοὺς φτωχοὺς ποὺ  διακονεύουνε, ἐπειδὴς  ἔχουνε ἀνάγκη, μ᾿ ὅλο ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη  ἀπὸ  κανέναν , κι οὔτε πεινοῦσε, οὔτε κρύωνε

Ἀφοῦ βολόδειρε ἀπὸ δῶ κι ἀπὸκεῖ,κι ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ χῶρες πολλὲς κι ἀπὸ χιλιάδες χωριὰ  καὶ πολιτεῖες, ἔφταξε στὰ ἑλληνικὰ  τὰ μέρη,  πού῾ναι φτωχὸς κόσμος. Ἀπ᾿ ὅλα τὰ χωριὰ  πρόκρινε  τὰ πιὸ φτωχά, καὶ τράβηξε κατὰ  κεῖ,  ἀνάμεσα στὰ ξερὰ βουνὰ ποὺ βρισκόντανε κάτι καλύβια, πεινασμένη  λεμπεσουριά.

Περπατοῦσε νύχτα κι ὁ χιονιᾶς βογκοῦσε, ἡ πλάση ἤτανε πολὺ ἄγρια.  Ψυχὴ ζωντανὴ  δὲν ἀκουγότανε  ἐξὸν ἀπὸ κανένα τσακάλι ποὺ γάβγιζε.

Ἀφοῦ περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε  σ᾿ ἕνα ἀπάγκιο  ποὺ ἔκοβε ὁ ἀγέρας ἀπό ῾να μικρὸ βουνό, κι εἶδε ἕνα μαντρὶ κολλημένο στὰ βράχια. Ἄνοιξε τὴν αὐλόπορτα ποὺ ἤτανε καμωμένη ἀπὸ ἄγρια ρουπάκια (3) καὶ μπῆκε στὴ μάντρα.

Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ πιάσανε καὶ γαβγίζανε.  Πέσανε ἀπάνω του νὰ τὸν σκίσουνε· μά, σὰν πήγανε κοντά του,σκύψανε τὰ κεφάλια τους καὶ σερνόντανε στὰ ποδάρια του, γλείφανε τὰ χοντροπάπουτσά του,  γρούζανε  φοβισμένα καὶ κουνούσανε  παρακαλεστικὰ τὶς οὐρές τους.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

 

 

Ὁ Ἅγιος σίμωσε στὸ καλύβι τοῦ  τσομπάνου  καὶ χτύπησε τὴν πόρτα μὲ τὸ ραβδί του καὶ φώναξε: Ἐλεῆστε με, χριστιανοί, γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν ἀποθαμένων σας Κι ὁ Χριστὸς μᾶς διακόνεψε σὰν ἦρθε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο

Ἡ πόρτα ἄνοιξε καὶ βγῆκε ἕνας τσομπάνης παλικάρι ὡς εἰκοσι πέντε χρονῶ,μὲ μαῦρα γένια· καὶ δίχως νὰ δεῖ καλὰ καλὰ ποιὸς χτυποῦσε τὴν πόρτα,εἶπε στὸ γέροντα: 

Πέρασε μέσα στ᾿ ἀρχοντικό μας νὰ ζεσταθεῖς Καλὴ μέρα καὶ καλὴ χρονιά Αὐτὸς  ὁτσομπάνης ἤτανε ὁ Γιάννης ὁ Μπάικας,ποὺ τὸν λέγανε Γιάννη Βλογημένον,  ἄνθρωπος ἀθῶος σὰν τὰ πρόβατα ποὺ βόσκαγε ἀγράμματος  ὁλότελα.

Μέσα στὴν καλύβα ἔφεγγε μὲ λιγοστὸ φῶς ἕνα λυχνάρι.Ὁ Γιάννης, σὰν εἶδε στὸ φῶς πὼς  ὁ μουσαφίρης  ἤτανε γέροντας καλόγερος,πῆρε τὸ χέρι τουκαὶ τ᾿ ἀνασπάστηκε καὶ τό ῾βαλε ἀπάνω στὸ κεφάλι του. Ὕστερα φώναξε καὶ τὴ γυναίκα του, ὡς εἴκοσι χρονῶ  κοπελούδα, ποὺ κουνοῦσε τὸ μωρό τους μέσα στὴν κούνια. Κι ἐκείνη πῆγε ταπεινὰ καὶ φίλησε τὸ χέρι τοῦ γέροντα, κι εἶπε: Κόπιασε, παπποῦ, νὰ ξεκουραστεῖς Ὁ Ἅγιος Βασίλης στάθηκε στὴν πόρτα καὶ βλόγησε τὸ  καλύβι κι εἶπε:

 

 

 

Σχετική εικόνα

 

 

 

Βλογημένοι νά ῾σαστε, τέκνα μου, κι ὅλο τὸ σπιτικό σας Τὰ πρόβατά σας νὰ πληθαίνουν  ὡς τοῦ  Ἰὼβ  μετὰ τὴν πληγὴν καὶ ὡς τοῦ  Ἀβραὰμ καὶ ὡς τοῦ  Λάβαν Ἡ εἰρήνη τοῦ  Κυρίου  ἡμῶν Ἰησοῦ  Χριστοῦ  νὰ εἶναι μαζί σας.Ὁ Γιάννης ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι καὶ ξελόχισε  ἡ φωτιά .

Ὁ Ἅγιος ἀπίθωσε σὲ μία γωνιὰ τὸ  ταγάρι του, ὕστερα ἔβγαλε τὸ μπαλωμένο τὸ  ράσο του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του. Τὸν βάλανε κι ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιά,κι ἡ γυναίκα τοῦ ῾βαλε καὶ μία μαξιλάρα ν᾿ἀκουμπήσει.

Ὁ Ἅγιος Βασίλης γύρισε κι εἶδε γύρω του καὶ ξανάπε μέσα στὸ στόμα του:

Βλογημένο νά ῾ναι τοῦτο τὸ καλύβι.Ὁ Γιάννης μπαινόβγαινε, γιὰ νὰ φέρει τό ῾να καὶ τ᾿ἄλλο. Ἡ γυναίκα του μαγείρευε.Ὁ Γιάννης ξανάριξε ξύλα στὴ φωτιά. Μονομιᾶς φεγγοβόλησε  τὸ καλύβι μὲ μίαν  ἀλλιώτικη λάμψη καὶ ἐφάνηκε σὰν παλάτι. 

Τὰ δοκάρια σὰν νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα,κι οἱ  πυτιὲς ποὺ ἤτανε κρεμασμένες σὰν νὰ γινήκανε χρυσὰ καντήλια,  καὶ τὰ τυροβόλια κι οἱ  καρδάρες   καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης , λὲς κι ἤτανε διαμαντο κολλημένα. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὴ φωτιὰ εὐωδιάζανε σὰν μοσκολίβανο καὶ δὲν τρίζανε,ὅπως τρίζανε τὰ ξύλα τῆς φωτιᾶς παρὰψέλνανε σὰν τοὺς ἀγγέλους  πού ῾ναι στὸν Παράδεισο.

Ὁ Γιάννης ἤτανε καλὸς  ἄνθρωπος ὅπως τὸν ἔφτιαξε ὁ Θεός. Φτωχὸς ἤτανε, εἶχε λιγοστὰ πρόβατα, μὰ πλούσια καρδιά:  

«Τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια». 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

 

 

Ἤτανε αὐτὸς καλός, μὰ εἶχε καὶ  καλὴ  γυναίκα.  Κι ὅποιος τύχαινε νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα τους,  ἔτρωγε κι ἔπινε καὶ κοιμότανε.  Κι ἂν ἤτανε καὶ πικραμένος, ἔβρισκε παρηγοριά. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ Ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά παραμονὴ τῆς χάρης του, κι ἔδωσε τὴν εὐλογία του.

Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς οἰκουμένης, ἀρχόντοι, δεσποτάδες  κι ἐπίσημοι ἀνθρώποι, πλὴν ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν τέτοιον  ἄνθρωπο,  παρὰ  πῆγε στὸ μαντρὶ τοῦ Γιάννη τοῦ  Βλογημένου.

Σὰν βολέψανε τὰ πρόβατα,μπῆκε μέσα  ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸ γέροντα:

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

 

 

«Γέροντα, μεγάλη χαρὰ ἔχω ἀπόψε ποὺ  ἦρθες,  ν᾿ ἀκούσουμε κι ἐμεῖς κανένα γράμμα,  γιατὶ δὲν ἔχουμε ἐκκλησία κοντά μας, μήτε κἂν  ῥημοκλήσι. Ἐγὼ ἀγαπῶ πολὺ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας,  κι ἂς μὴν τὰ καταλαβαίνω,  γιατὶ εἶμαι ξύλο ἀπελέκητο. Μία ὰ μᾶς  ἦρθε ἕνας γέροντας Ἁγιονορίτης καὶ μᾶς ἄφησε τούτητὴν ἁγιωτικὴ φυλλάδα, κι ἂν λάχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμιὰ φορά, τὸν βάζω καὶ τὴ διαβάζει. Ἐγὼ ὅλα ὅλα τὰ γράμματα ποὺ ξέρω εἶναι τρία λόγια ποὺ τά ῾λεγε ἕνας γραμματιζούμενος, ποὺ ἔβγαζε λόγο στὸ χωριό, δυὸ ὧρες ἀπὸ δῶ,κι ἀπὸ τὶς πολλὲς φορὲς ποὺ τά ῾λεγε,τυπωθήκανε στὴ θύμησή μου. Αὐτὸς ὁ γραμματικὸς ἔλεγε καὶ ξανάλεγε:

῾Σκώνιτι οὐ μήτηρ του κι τοὺν ἀνισπάζιτι κι τοῦ λέγ᾿:Τέκνου μου Τέκνου μου ᾿.

Αὐτὰ τὰ γράμματα ξέρω.

 

 

 

 

Σχετική εικόνα

 

 

 

 

Ἤτανε μεσάνυχτα.  Ὁ ἀγέρας βογγοῦσε. Ὁ Ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε ἀπάνου καὶ στάθηκε γυρισμένος   κατὰ  τὴν ἀνατολὴ κι ἔκανε τὸ σταυρό του τρεῖς φορές Ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε  ἀπὸ τὸ ταγάρι του μία φυλλάδα κι εἶπε:

Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε, νῦν καὶ  ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.Ὁ Γιάννης πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του  καὶ σταύρωσε τὰ χέρια του. Ἡ γυναίκα του βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε κι ἐκείνη καὶ στάθηκε κοντὰ στὸν ἄντρα της Κι ὁ γέροντας εἶπε τὸ Θεὸς Κύριος καὶ τ᾿ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς 

«Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες»  χωρὶςνὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τ᾿ἀπολυτίκιο, ποὺ λέγει :

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

 

«Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου» Ἔψελνε γλυκὰ καὶ ταπεινά, κι ὁ Γιάννης κι ἡ Γιάνναινα τὸν ἀκούγανε μὲ κατάνυξη  καὶ κάνανε τὸ σταυρό τους. Κι εἶπε ὁ Ἅγιος Βασίλης τὸν ὄρθρο καὶ τὸν κανόνα τῆς  ἑορτῆς

 «Δεῦτε λαοί, ἄσωμεν», χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του κανόνα «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κι ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κι ἔκανε ἀπόλυση.

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

 

Καθίσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε, ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος, ἡ γυναίκα του κι ὁ μπάρμπα – Μάρκος  ὁ Βουβός ποὺ τὸν εἶχε συμμαζέψει ὁ Γιάννης καὶ τὸν βοηθοῦσε.Καί, σὰν ἀποφάγανε ἔφερε  ἡ  γυναίκα τὴ βασιλόπιτα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ Ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπιτα κι εἶπε:

«Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».Κι ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κι εἶπε:  «τοῦ Χριστοῦ», ἔκοψε τὸ δεύτερο κι εἶπε: «τῆς Παναγίας», κι ὕστερα ἔκοψε τὸ τρίτο καὶ δὲν  εἶπε: «τοῦἉγίου Βασιλείου» ἀλλὰ  εἶπε: «τοῦ νοικοκύρη τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου».

Πετάγεται ὁ Γιάννης καὶ τοῦλέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τὸν Ἅη-Βασίλη» Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:«Ἀλήθεια, τὸν ξέχασα».Κι ἔκοψεἕνα κομμάτι κι εἶπε:«Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου» Ὕστερα ἔκοψε πολλὰ κομμάτια,καὶ σὲ κάθε ἕνα ποὺ ἔκοβε ἔλεγε:«τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ μωροῦ», «τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Μάρκου τοῦ  μογιλάλου (6)»,  «τοῦ σπιτιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν» Λέγει πάλι ὁ Γιάννης στὸν Ἅγιο:«Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιοσύνη σου;».

Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος:«Ἔκοψα, εὐλογημένε».Μὰ ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα,  ὁ καλότυχος Ἔστρωσε  ἡ γυναίκα, γιὰ νὰ κοιμηθοῦνε.

Σηκωθήκανε νὰ κάνουνε τὴν προσευχή τους. Ὁ Ἅγιος Βασίλης ἄνοιξε τὶς ἀπαλάμες του κι εἶπε τὴν δική του τὴν εὐχή, ποὺ τὴ λέγει ὁ παπᾶς στὴ λειτουργία:

Κύριος ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὔκ εἰμι  ἄξιος,οὐδὲ ἱκανός, ἴνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου…».Σὰν τελείωσε τὴν εὐχὴ  κι ἑτοιμαζόντανε  νὰ πλαγιάσουνε, τοῦ λέγει ὁ Γιάννης :

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

 

 

 

«Ἐσύ, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, πές μας σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε ἀπόψε ὁ Ἅη-Βασίλης; Οἱ ἀρχόντοι κι οἱ βασιλιάδες τί ἁμαρτίες μπορεῖ νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ  εἴμαστεν  ἁμαρτωλοὶ καὶ κακορίζικοι,ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε».

Ὁ Ἅγιος Βασίλης δάκρυσε. 

Σηκώθηκε πάλι ἀπάνω,ἅπλωσε τὶς ἀπαλάμες του  καὶ  ξαναεῖπε τὴν εὐχὴ ἀλλιώτικα:

Κύριε ὁ Θεός μου,οἶδας ὅτι ὁ δοῦλος Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς, ἄξιός ἐστιν καὶ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην αὐτοῦ εἰσέλθῃς, ὅτι νήπιος  ὑπάρχει,  καὶ τῶν τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν

Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης  ὁ καλότυχος,  ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

Ε σ ε ι ς ;

 

 

 

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ὁ Γιάννης ὁ καλότυχος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΡΩΜΗΟΙ ΚΙ ΟΙ ΓΙΟΡΤΕΣ..

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Φώτης Κόντογλου, ¨Το Φοβερον Μυστηριον

 

 

 

Τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, η Πρωτοχρονιά, κι άλλες γιορτές, για πολλούς ανθρώπους δεν είναι καθόλου γιορτές και χαρούμενες μέρες, αλλά μέρες που φέρνουνε θλίψη και δοκιμασία.  Δοκιμάζονται οι ψυχές εκείνων που δεν είναι σε θέση να χαρούνε, σε καιρό που  άλλοι χαίρουνται.  Παρεκτός από τους ανθρώπους που είναι πικραμένοι από τις συμφορές της ζωής, τους χαροκαμένους, τους αρρώστους, οι περισσότερο, πικραμένοι, είναι εκείνοι που τους στενεύει η ανάγκη να γίνουνε τούτες τις χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοί απ’ αυτούς μπορεί να μη δίνουνε σημασία στη δική τους ευτυχία, μα γίνουνται ζητιάνοι για να δώσουνε τη χαρά στα παιδιά τους και στ’ άλλα πρόσωπα που κρέμουνται απ’ αυτούς.

 

 

Σχετική εικόνα

 

 

Οι τέτοιοι κρυφοκλαίνε από το παράπονό τους κι’ αυτοί είναι οι πιο μεγάλοι μάρτυρες, που καταπίνουνε την πίκρα τους μέρα νύχτα, σαν το πικροβότανο.Ίσα-ίσα αυτές τις αγιασμένες μέρες που θα’πρεπε να σμίξουνε πιο κοντά οι άνθρωποι συναμεταξύ τους, «να περιπτυχθώσιν αλλήλους», ίσια ίσια αυτές τις μέρες αποξενώνουνται περισσότερο ο ένας από τον άλλον, χωρίζουνται σε δύο στρατόπεδα ολότελα ξένα τόνα στ’ άλλο, σχεδόν εχθρικά.

Από τη μια μεριά είναι οι ευτυχισμένοι οι καλοπερασμένοι, οι καλότυχοι, κι από την άλλη μεριά είναι οι δυστυχισμένοι κι οι παραπεταμένοι. Αναμεσά τους «χάσμα μέγα εστήρικται» κατά τις γιορτές.

Κανένα γεφύρι δεν ενώνει τις δυο ακροποταμιές, ενώ τις άλλες μέρες έρχουνται σε περισσότερη συνάφεια. Οι πλούσιοι κι όσοι έχουνε τον τρόπο τους κάνουνε, αλλοίμονο το παν για να επιδείξουνε τα πλούτη και τα αγαθά τους στους λιμασμένους. Κι’ αυτό γίνεται στ’ όνομα του Χριστού, που γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στο παχνί

Για την γέννηση του φτωχού Χριστού δεν γιορτάζουνε οι φτωχοί σαν και Κείνον, μα γιορτάζουνε οι πλούσιοι, που παίρνουνε για αφορμή την πτώχεια του για να δείξουνε τα πλούτη τους.

Μα άραγε, ανάμεσα σε δυστυχισμένους μπορεί να νοιώση κανένας ευτυχισμένον τον εαυτό του;

Μονάχα ένας αναίσθητος μπορεί να νοιώσει τέτοια ευτυχία. Όσο για κείνον που θέλει να επιδείξη στον πεινασμένον και στον στερημένον την ελεεινή του αυτή ευτυχία, αυτός είναι αληθινό κτήνος. Και μ’ όλα ταύτα, υπάρχουνε πολλοί τέτοιοι ανάμεσά μας, στα χρόνια μας, ένω ήτανε σπάνιοι στα παλαιότερα. Είναι κι’ αυτό ένα από τα ωραία που μας έφερε ο μέγας πολιτισμός από τα μεγάλα κέντρα. Οι γιορτές οι δικές μας σταθήκανε πάντα θρησκευτικές, και γι’ αυτό είχανε κάποιον άλλο χαρακτήρα από τις γιορτές που γιορτάζουνε άλλα έθνη, προπάντων σήμερα, που χωρίς κάποιες αυτοσχεδιασμένες σκηνοθεσίες χωρίς καμμιά σημασία για το πνεύμα του ανθρώπου.

Σ’ αυτές τις ψευτογιορτές ξαμολούνται όλα τα βάρβαρα και εγωιστικά πάθη του ανθρώπου, που κυττάζει μονάχα την ευχαρίστηση της σάρκας. Ενώ οι δικές μας γιορτές, επειδή, όπως είπα, έχουνε τη ρίζα τους στη θρησκεία, σεμνές, πνευματικές ,  ώστε  να μη σκανδαλίζουνε τους φτωχούς, όσο είναι μπορετό σε σαρκικούς ανθρώπους.

Οι πλούσιοι κι οι νοικοκυραίοι αποφεύγανε να πληγώσουνε τους φτωχότερους, και νοιώθανε την ανάγκη να τους ζεστάνουνε και κείνους, στέλνοντας  κρυφά στα σπίτια τους διάφορα δώρα, με τρόπο, ώστε να μη τους ταπεινώσουνε, κι έτσι η διαφορά να φαίνεται όσο μπορούσε λιγότερη.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Φώτης Κόντογλου, ¨Το Φοβερον Μυστηριον

 

 

Έτσι μορφωθήκανε τα έμορφα και αγνά έθιμά μας, με ψαλμωδίες που τις λένε ακόμα τα παιδιά στους δρόμους και στα σπίτια, με καμπάνες, με έμορφα αισθήματα, με σεμνές διασκεδάσεις, με εύχροστη συναναστροφή, που δένουνε μεταξύ τους τους ανθρώπους περισσότερο, παρά που τους χωρίζουνε. Μα ο υλισμός κι ο λύκος της αναισθησίας μολεύει σιγά σιγά αυτές τις καλές γιορτές μας, που πολύ έμορφα τις παρομοιάζανε οι αρχαίοι πρόγονοί μας με σταθμούς για να ξεκουραζόμαστε στον μονότονο δρόμο της ζωής μας, λέγοντας: «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», που θα πη:

«Ζωή δίχως γιορτή, είναι σαν τον μακρύ τον δρόμο τον δρόμο που δεν έχει πανδοχείο να ξεκουραστής».

Κάποιοι μοντερνοποιημένοι κάνουνε τον βαρύ και τον θετικό, τον κύριο που δεν έχει αισθηματολογίες,  και λένε πως αυτά είναι αναχρονισμοί κι αδιαφόρετα πράγματα. Αυτοί για μένα είναι ξερίχια ψυχικά, παγωμένες ερημιές, δίχως αγάπη, δίχως χαρά, μα δίχως πόνο.

Γιατί χαρά και πόνος είναι δεμένα. Οι τέτοιες ψυχές είναι πάντα νεκρά βουνά του φεγγαριού. Ωστόσο, κάτι τέτοιοι «ορθολογιστές» και «θετικισταί», ξετρελλαίνονται για κάποιες ανόητες ξενόφερτες φέστες και για κάτι μοντέρνα γλέντια που ρεζιλεύουνε τον άνθρωπο, φτάνει που γίνονται κατά το κοσμοπολίτικο μοντέλο που βρίσκεται στα «μεγάλα κέντρα του εξωτερικού». Αυτοί δεν θέλουνε τίποτα από τα δικά μας, που τα λένε όλα «βλάχικα, φτωχικά, ανάξια για ανθρώπους  που ξέρουνε τον κόσμο».

 

 

Σχετική εικόνα

 

 

Τίποτα ελληνικό δεν βρίσκει έλεος στα μάτια αυτών των κουφιοκέφαλων, ακατάδεχτων κι όπως πρέπει κυρίων, που χοτροπηδάνε, ωστόσο, σαν τρελλοί, με τα τσέρκια στο λαιμό, φτάνει που ήρθανε απ’ έξω, από κεί «που ξέρει ο κόσμος να απολαμβάνη τη ζωή»

Τι να πούμε κι εμείς οι άλλοι, τα βλαχάκια, τα φτωχαδάκια, που μας νανούριζε η μάνα μας με τα παραπονετικά τραγούδια της στην κούνια μας, και τώρα δακρύζουμε σαν ακούμε τα τροπάρια και τα κάλαντα, που μας ενώνουνε με τους αγαπημένους μας που περάσανε από τον τόπο μας πριν από μας;

 

 

Σχετική εικόνα

 

 

 

Αδέρφια μου. Γιορτάστε όπως γιορτάζανε οι πατεράδες σας, και μη ξεγιελιώσατε με τα ξένα κι άνοστα πυροτεχνήματα. Οι δικές μας οι γιορτές αδελφώνουν τους ανθρώπους, τους ενώνει η αγάπη του Χριστού. 

Μην κάνετε επιδείξεις.

«Ευφρανθήτε εορτάζοντες».

Ακούστε τι λένε τα παιδάκια που λένε τα κάλαντα: «Και βάλετε τα ρούχα σας, εύμορφα ενδυθήτε, στην εκκλησίαν τρέξετε, με προθυμίαν μπήτε, ν’ ακούσετε με προσοχήν όλην την υμνωδίαν, και με πολλήν ευλάβειαν την θείαν λειτουργίαν. Και πάλιν σαν γυρίσετε εις το αρχοντικόν σας, ευθύς τραπέζι στρώσετε, βάλτε το φαγητόν σας. Και τον σταυρόν σας κάνετε, γευθήτε, ευφρανθήτε.

 

 

 

Σχετική εικόνα

 

Δόστε και κανενός φτωχού «όστις να υστερήται». 

Αθάνατη ελληνική φυλή Φτωχή μα αρχοντομαθημένη,  βασανισμένη, μα χαρούμενη και καλόκαρδη περισσότερο από τους ευτυχισμένους της γης, που τους μαράζωσε η καλοπέραση.

Ναι, αδερφοί μου Έλληνες, χαίρετε μαζί με κείνους που χαίρουνται και κλαίτε μαζί με κείνους που κλαίνε, και σ’ αυτή μονάχα θα βρήτε ανακούφιση.

Δίνετε στους άλλους απ’ ό,τι έχετε. Το παραπάνω απ’ ότι έχει κανένας ανάγκη, το κλέβει από τον άλλον.

«Μακάριον το διδόναι μάλλον, ή λαμβάνειν».

Πολλοί από σας θα’χουνε ίσως περισσότερο από μένα το δικαίωμα να μου πούνε αυτά που λέγω εγώ σε σας. Δεν είμαι «ο ποιήσας και διδάξας», αλλοίμονό μου Μα για να μη σκανδαλισθή κανένας πως τα λόγια μου είναι ολότελα κούφια, στενεύομαι να πω πως προσπαθώ να μην είμαι ολότελα

«ο δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει».

Δεκέμβριος 1958 Φώτης Κόντογλου,

¨Το Φοβερον Μυστηριον

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Φώτης Κόντογλου, ¨Το Φοβερον Μυστηριον

 

 

 

 

¨Πηγη : https://analogioanatolis.blogspot.com/2019/12/

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ..

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Τα Χριστούγεννα μιας μοναχικής γυναίκας (άγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 

 

 

Προσευχόμουν στον Θεό, να μου εμφανισθεί με κάποιο τρόπο, τουλάχιστον μόνο ένα δάχτυλό Του να αισθανθώ.

Προσευχόμουν έτσι, για να μην σβήσω από την κρυμμένη λύπη.

Από κάθε έσοδο έκανα ελεημοσύνη οπουδήποτε είχα ευκαιρία.

Επισκεπτόμουν αρρώστους και ορφανούς, και έφερνα χαρά με τη δική μου φαινομενική χαρά. Πιστεύω σε Σένα, αγαθέ μου Θεέ, έλεγα συχνά, αλλά Σε παρακαλώ, εμφανίσου μου με κάποιο τρόπο, για να Σε πιστεύω ακόμα περισσότερο. «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τη απιστία» . Επαναλάμβανα αυτά τα λόγια από το Ευαγγέλιο. Και πράγματι, βίωσα να μου εμφανιστεί ο Κύριος.

 

 

Σχετική εικόνα

 

 

 

Δυσκολότατες για μένα ήταν οι μεγάλες γιορτές. Μετά από τη Λειτουργία κλεινόμουν στο δωμάτιο και έκλαιγα ολόκληρα τα Χριστούγεννα και την Ανάσταση.

Όμως τα προηγούμενα Χριστούγεννα εμφανίστηκε ο Θεός. Αυτό έγινε ως εξής. Πλησίαζε αυτή η μεγάλη μέρα. Εγώ αποφάσισα να ετοιμάσω όλα έτσι όπως η μητέρα μου ετοίμαζε: και κρέας, και ζυμαρικά, και γλυκά, και όλα τ’άλλα.

Άπλωσα σανό στο σπίτι, πέταξα από τρία καρύδια σε κάθε γωνιά του δωματίου. Ας είναι η Αγία Τριάδα ελεήμων σε όλες και τις τέσσερις πλευρές του κόσμου. Και κάνοντας όλα αυτά ασταμάτητα προσευχόμουν:

Κύριε, στείλε μου επισκέπτες αλλά εντελώς πεινασμένους και φτωχούς

Σε παρακαλώ, εμφανίσου μ’αυτόν τον τρόπο

Που και που μου ερχόταν η σκέψη:

τρελή Ιωάννα, τι επισκέψεις περιμένεις τα Χριστούγεννα Αυτή την άγια μέρα ο καθένας βρίσκεται στο σπίτι του ποιος θα μπορούσε να έρθει ως επισκέπτης σε σένα;

Κι εγώ έκλαιγα και έκλαιγα… Όμως και πάλι επαναλάμβανα εκείνη την προσευχή και ετοίμαζα.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Τα Χριστούγεννα μιας μοναχικής γυναίκας (άγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

 

 

Όταν τα Χριστούγεννα γύρισα από την Εκκλησία, άναψα το κερί, έστρωσα το τραπέζι, έβαλα όλα τα φαγητά, και τότε άρχισα να περπατώ από δω κι από κει στο δωμάτιο.

Θεέ μου, μην με εγκαταλείψεις προσευχόμουν.  Στο δρόμο λίγοι περνούσαν. Είναι Χριστούγεννα, αλλά και ο δρόμος μας είναι απόμερος. Όμως μόλις το χιόνι έτριζε κάτω από τα πόδια κάποιου, εγώ πεταγόμουν στην πόρτα. Άραγε είναι ο επισκέπτης μου; Δεν είναι. Να, προσπέρασε. Το μεσημέρι ήρθε και πέρασε, και εγώ μόνη.

Άρχισα να κλαίω και κραύγασα: τώρα βλέπω, Κύριε, ότι με εγκατέλειψες εντελώς. Έκλαιγα έτσι και σιγοέκλαιγα συνεχώς.

Ξαφνικά χτύπησε κάποιος την πόρτα, και εγώ άκουσα φωνές: δώσε αδελφέ, δώσε αδελφή. Γρήγορα έτρεξα και άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου ένας τυφλός και ο οδηγός του, και οι δυο σκυμμένοι, κουρελιασμένοι, παγωμένοι.

Ο Χριστός γεννήθηκε, κύριοί μου, φώναξα εγώ χαρούμενα. Αληθώς γεννήθηκε, κροτάλιζαν με τα δόντια εκείνοι τρέμοντας.

Έλεος, αδελφή, ελέησέ μας. Δεν σου ζητάμε χρήματα. Από το πρωί κανένας δεν μας πρόσφερε ψωμί, λίγα λεφτά ή από ένα ποτήρι με ρακί. Πεινάμε πολύ.

Εγώ πέταξα από τη χαρά μου ως τον τρίτο ουρανό. Τους οδήγησα στο σπίτι και τους έβαλα στο γεμάτο τραπέζι. Τους σέρβιρα κλαίγοντας από χαρά. Εκείνοι με ρώτησαν παραξενεμένοι:

Γιατί κλαις, κυρία;

Από χαρά, κύριοί μου, από καθαρή και φωτεινή χαρά. Εκείνο για το οποίο προσευχόμουν στον Θεό ο Θεός μου το έδωσε. Μερικές μέρες εγώ Του προσεύχομαι, να μου στείλει ακριβώς τέτοιους επισκέπτες όπως είσαστε εσείς, και να, Αυτός μου έστειλε. Δεν ήρθατε εσείς έτσι τυχαία, αλλά σας έστειλε ο αγαθός μου Κύριος. Αυτός σήμερα μου φανερώθηκε μέσα από σας. Αυτά είναι τα πλέον χαρούμενα Χριστούγεννα στη ζωή μου. Τώρα ξέρω, ότι είναι ζωντανός ο Θεός μας. Δόξα σ’ Εκείνον και ευχαριστία Αμήν, απάντησαν οι αγαπητοί μου επισκέπτες.

Τους κράτησα έως το βράδυ, τους γέμισα τις τσάντες και τους αποχαιρέτησα.

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για δυο σκυμμένοι, κουρελιασμένοι, παγωμένοι.

 

 

 

Τέτοια ήταν τα προηγούμενα Χριστούγεννα της Ιωάννας.

Δώσε Θεέ, να είναι φέτος ακόμα πιο χαρούμενα. Προσευχήσου κι εσύ, κόρη, να σου φανερωθεί ο ουράνιος Πατέρας με κάποιο τρόπο -και στον Θεό οι τρόποι είναι πολλοί- και θα ζήσεις θαύμα.

Μην ετοιμάζεσαι για λύπη σε τούτη τη μεγάλη μέρα, αλλά να ετοιμάζεσαι για χαρά. Και ο Πανορατικός, ο Παντελεήμων, θα σε κάνει χαρούμενη.  

«Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται».

Αγιος Νικολαος Βελιμιροβιτς

 

ΓΕΝΗΘΗΤΩ ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ..ΤΟΥ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χριστούγεννα, στὰ 1864, ἔκανε μεγάλη φουρτούνα μὲ χιονιά.Στ’ἀγριεμένο πέλαγο δὲν φαινότανε πουθενὰ πανί.Μοναχὰ ἕνα μικρὸ καΐκι πάλευε μὲ τὸ χάρο ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν Τῆνο.Ἤτανε ἑνὸς καπετὰν Γιώργη ἀπὸ τὴ Νάξο, φορτωμένο κρασιὰ ἀπὸ τὴ Σαντορίνη.Ὅλη τὴ μέρα ἀγαντάριζε στὸν ἀγέρα, μὰ σὰν σκοτείνιασε,ὁ βοριὰς σκύλιαξε κ’ ἔσπασε τ’ ἄρμπουρο,ἔβγαλε καὶ τὸ τιμόνι ἀπὸ τὰ βελόνια.

Οἱ ἄνθρωποι προφτάξανε καὶ ρίξανε τὴ βάρκα στὴ θάλασσακαὶ μπήκανε μέσα.Δὲν εἴχανε ἀλαργάρει ὥς μιὰ τουφεκιὰ τόπο,καὶ βούλιαξε τὸ καΐκι.

Τὴ βάρκα τὴν ἅρπαξε τὸ μπουρίνι καὶ τὴν πήγαινε ὅπου ἤθελε μέσα στὴν πίσσα τῆς νύχτας.

Οἱ τρεῖς νοματέοι ποὺ βρισκόντανε μέσα,ἤτανε ὁ καπετὰν Γιώργης κι’ ἄλλοι δυὸ γεμιτζῆδες,σὲ ἐλεεινὴ κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο μὲ κεῖνον τὸν χιονιά, πουντιασμένοι ἀπὸ τὸ τάντανο,δίχως καμμιὰν ἐλπίδα πὼς θὰ γλυτώνανε.Πιάσανε καὶ κλαίγανε σὰν τὰ μωρά,καὶ 

τ ά ξ α ν ε  κ’ οἱ τρεῖς νὰ πᾶνε νὰ καλογερέψουνε, ἂν λάχαινε νὰ γλυτώσουνε.

Κι’ ὁ Θεὸς ἄκουσε τὶς φωνὲς ποὺ τὸν παρακαλούσανε γιατί βγαίνανε σὰν τοῦ Ἰωνᾶ μέσα ἀπὸ καρδιὲς ἀπελπισμένες, καὶ κεῖ ποὺ δὲν ξέρανε ποῦ βρισκόντανε, σὰν ξημέρωσε εἴδανε πὼς ὁ καιρὸς καλωσύνεψε ἀνέλπιστα, καὶ πὼς βρισκόντανε κοντὰ στὴ Σύρα.

Ἤβγανε γεροὶ ὄξω καὶ τοὺς μαζέψανε κάτι ψαράδες,δὲν ἀρρώστησε κανένας. Καθίσανὲ δυὸ τρεῖς μέρες στὴ Σῦρα, κ’ εἴπανε πὼς ἒχουνε χρέος νὰ κάνουνε τὸ τάξιμό τους.Πουλήσανε τὴ βάρκα, καὶ μὲ κεῖνα τὰ λεφτὰ μπαρκάρανε,καὶ πήγανε ἴσια στ’ Ἅγιον Ὄρος καὶ γινήκανε κ’ οἱ τρεῖς καλογέροι, δίχως νὰ εἰδοποιήσουνε τὰ σπίτια τους πὼς γλυτώσανε, ἀφοῦ εἴπανε πὼς εἶναι πιὰ πεθαμένοι γιὰ τὸν κόσμο.

 

 

 

 

Ὁ καπετὰν Γιώργης πῆγε κι’ ἀσκήτεψε στὴ Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας,κ’ ἒφταξε σὲ μεγάλα μέτρα, μὲ προσευχή, μὲ νηστεία καὶ μὲ σκληρὴ κακοπάθηση τοῦ κορμιοῦ, τόσο, ποὺ ξακούστηκε ἡ ἁγιοσύνη τουσ’ ὅλὸ τὸ Ὄρος..Ἔμαθε καὶ τὴν τέχνη κοντὰ σ’ ἕναν γέροντα μάστορα, κ’ ἒγινε σπουδαῖος ἁγιογράφος. 

 

 

 

 

 

 

Ἡ γυναῖκα του τὸν εἶχε γιὰ πνιγμένον κ’ ἔκανε κάθε χρόνο τὰ κόλυβά του.Δὲν ἒμαθὲ πὼς γλύτωσε καὶ πὼς καλογέρεψε ὁ ἄντρας της.Μαυροφόρεσε αὐτὴ καὶ τὰ δυὸ παιδιὰ της τὰ πιὸ μεγάλα,γιατί τὸ μικρὸ ἤτανε μωρὸ βυζανιάρικο. Κι’ ὁ καπετὰν Γιώργης ,  ποὺ γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δὲν θέλησε νὰ μάθει τίποτα γιὰ τὸ σπίτι του, μὴν τύχει καὶ τὸν νικήσει ἡ ἀγάπη τῶν παιδιῶν του.Ἀλλὰ σὰν περάσανε  δυὸ τρία χρόνια,δυνάμωσε ἡ ψυχή του μὲ τὴ θεία χάρη κ’ ἤθελε νὰ βγεῖ γιὰ λίγον καιρὸ ἀπὸ τὸ Ὄρος, ὅπως βγαίνανε κι’ ἄλλοι πατέρες γιὰ ἐλέη, καὶ νὰ πάγει στὴ Νάξο νὰ δεῖ τὰ παιδιὰ καὶ τὴ γυναῖκα του, δίχως νὰ φανερωθεῖ. Μάλιστα, σὰν διάβασε τὸ συναξάρι τ’ ἅγιου Γιάννη τοῦ Καλυβίτη, ποὺ ἤτανε μοναχογυιὸς κι’ ἀρχοντόπουλο , καὶ πῆγε κρυφὰ καὶ καλογέρεψε, καὶ γιὰ νὰ πονέσει ἀκόμα πιὸ πολὺ ἡ καρδιά του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ,πῆγε στὸ πατρικὸ τὸ σπίτι του κ’ ἔκανε τὸν ὑπηρέτη δίχως νὰ τὸν ξέρουνε οἱ γονιοί του,κι’ ἔτσι παράδωσε τὸ πνεῦμα του στὸ Θεό,σὰν διάβασε λοιπὸν ὁ πάτερ Γεράσιμος τούτη τὴ συγκινητικὴ τὴν ἱστορία, ἀποφάσισε σίγουρα νὰ πάγει στὴ Νάξο

 

 

 

 

 

 

Πῆρε λοιπὸν τὴν εὐχὴ ἀπὸ τὸν γέροντά του,καὶ μπῆκε σ’ ἕνα καΐκι καὶ τὸν ἔβγαλε στὴν Πάρο.Ἐκεῖ κάθισε κανένα μῆνα, κ’ ἐπειδὴς εἶχε πάρει μαζί του καὶ τὰ σύνεργα τῆς ζωγραφικῆς, ζωγράφισε καὶ καμπόσα εἰκονίσματα ποὺ τοῦ παραγγείλανε.Καὶ τόση ἤτανε ἡ εὐλάβειά του κ’ ἡ σεβασμιότητα ποὺ εἶχε τὸ παρουσιαστικό του, ποὺ ξακούστηκε στὰ γύρωθε νησιὰ πὼς τὰ εἰκονίσματα ποὺ ζωγράφιζε ἤτανε «ἔθαρμα» , γιατί δὲν ἔτρωγε λάδι παρὰ ἔβαζε μονάχα λίγο, μὲ τοῦ φτεροῦ τὴν ἄκρη,στὸ φαγητό του τὴν Κυριακὴ ποὺ δὲν δούλευε,κ’ ἔτρωγε καὶ τὸ ψωμὶ μὲ μέτρο, καὶ τὸ νερὸ ἀκόμα ποὔπινε.

Τὰ γόνατά του ἤτανε πληγωμένα ἀπὸ τὶς μετάνοιες ποὺ ἔκανε ὅλη τὴ νύχτα, κι’ ὁ ὕπνος του ἤτανε μοναχὰ μιὰ δυὸ ὧρες, καὶ τὸν ἔπαιρνε καθιστὸς ἀπάνω στὸ σεντοῦκι ποὖχε τὰ ἐργαλεῖα του,εἴτε πλαγιαστὸς ἀπάνω στὸ χῶμα.Κι’ ἀπὸ τὰ λιγοστὰ λεφτουδάκια ποὺ ἔπαιρνε γιὰ τὰ κονίσματα ποὺ ἔκανε, γιὰ τὴ συντήρησή του ξόδευε τὰ πιὸ λίγα, καὶ τ’ἄλλα τἄδινε κρυφὰ στοὺς φτωχούς.

Πήγανε λοιπὸν ἀπὸ τὴ Νάξο δυὸ τρεῖς εὐλαβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει καὶ στὸ νησί τους. Καὶ δὲν τὸν γνωρίσανε, γιατὶ εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὰ γένεια κι’ ἀπὸ τὰ μαλλιὰ κι’ ἀπὸ τὴ μεγάλη ἐγκράτεια, καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη. Κὶ κεῖνος χάρηκε πολύ, καὶ σὰν βρέθηκε μοναχός του ἔκλαψε καὶ φχαρίστησε τὸν Θεό,γιατί ἤτανε φανερὸ πὼς θέλημά του ἤτανε νὰ πάγει στὴν πατρίδα του νὰ δοκιμαστεῖ ἡ πίστη του

«ὡς χρυσὸς ἐν χωνευτηρίῳ»

 

 

 

 

 

 

Βγῆκε λοιπὸν στὴ Νάξο, ἕξη χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ γίνηκε καλόγερας.Οἱ θεοφοβούμενοι χριστιανοὶ κατεβήκανε καὶ τὸν πήρανε ἀπὸ τὴ βάρκα, κι’ ὁ καθένας ἤθελε νὰ τὸν πάρει στὸ σπίτι του,γιὰ νἄχει τὴν εὐλογία του.Πλὴν ὁ Χριστὸς ἔδειξε πάλι πὼς τὸν θεωροῦσε στερεὸν στὴν πίστη του καὶ ἤρθανε τὰ πράγματα τέτοιας λογῆς,ὥστε νὰ τὸν βάλουνε οἱ πιτρόποι τῆς ἐκκλησίας σ’ ἕνα κελλὶ ποὺ ἤτανε ἀντίκρυ στὸ σπίτι του.

Δὲν περάσανε δυὸ τρεῖς μέρες καὶ πῆρε παραγγελιὰ νὰ ζωγραφίσει κάμποσες εἰκόνες, κ’ ἔπιασε καὶ δούλευε. Τὴ μέρα ἤτανε κλεισμένος στὸ κελλί του καὶ δὲν κύταξε καθόλου ἀπὸ τὸ παράθυρο. Μοναχὰ τὴ νύχτα, σὰν ἀνάβανε τὴ λάμπα στὸ σπίτι του, καθότανε στὰ σκοτεινὰ δίχως νὰ τὸν βλέπουνε,καὶ κύτταζε μέσα τὴ χήρα τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του μαυροντυμένα,  ποὺ καθόντανε στὸ τραπέζι γιὰ νὰ φᾶνε.

Τότες τρέχανε σὰν βρύσες τὰ μάτια του, κ’ ἔπεφτε σὲ προσευχὴ καὶ παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν βαστάξει μὲ τὸ δυνατὸ χέρι του γιὰ νὰ μὴν λυγίσει, ὥστε νὰ βγάλει πέρα τοῦτον τὸν μεγάλον ἀγῶνα ποὺ ἤτανε παραπάνω ἀπ’ ὅσο μπορεῖ νὰ ἀντέξει ἄνθρωπος.Γονάτιζε, κ’ ἔκλαιγε γονατιστός. Ἔλεγε τὸ ψαλτῆρι κ’ ἡ καρδιά του σὰ νἄθελε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ στῆθος του, σὰν περιστέρι νὰ πετάξει. Ποῦ νὰ πετάξει;στὸ σπίτι του ἢ στὸ Θεό, ποὺ εἶπε «ὅποιος ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ ἐμένα, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄξιός μου;Κ’ ἔλεγε μὲ κλάψιμο: «Ἕως τίνος θήσομαι ὀδύνας ἐν τῇ καρδίᾳ μου,ἡμέρας καὶ νυκτός; Ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου,Κύριος ὁ Θεός μου. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου,μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου:Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν.Κύριε, ἐν σοὶ ρυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου, καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος.Σύ μου εἴ καταφυγὴ ἀπὸ θλίψεως τῆς περιεχούσης με.Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου,καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπό σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη.Πάντες οἱ μετεωρισμοί σου καὶ τὰ κύματά σου ἐπ’ ἐμὲ διῆλθον.Τὶς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς,καὶ πετασθήσομαι, καὶ καταπαύσω;Ὁ Θεός, τὴν ζωήν μου ἐξήγγειλά σοι,ἔθου τὰ δάκρυά μου ἐνώπιόν σου.Ἐπὶ τῷ Θεῷ ἤλπισα, οὐ φοβηθήσομαι.»Οτι ἐρρύσω τὴν ψυχήν μου ἐκ τοῦ θανάτου,τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀπὸ δακρύων, τοὺς πόδας μου ἀπὸ ὀλισθήματος. Ἐκοπίασα κράζων, ἐβραγχίασεν ὁ λάρυγξ μου, ἐξέλιπον οἱ ὀφθαλμοί μου ἀπὸ τοῦ ἐλπίζειν με ἐπὶ τὸν Θεόν μου».

Κι’ ἀπὸ τὸν πολὺν ἀγῶνα τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνοςκατὰ τὰ ξημερώματα. Κι’ ἄνοιγε τὰ μάτια του κ’ ἔβλεπε τὴ μέρα ποὺ γλυκοχάραζε καὶ στάλαζε εἰρήνη στὴν καρδιά του,σὰν νἄτανε ἄλλος ἄνθρωπος.Ἔβαζε μὲ τὸν νοῦ του τὸ θρῆνο ποὺ ἔκανε τὴ νύχτα,κ’ ἔλεγε μὲ σιγανὴ φωνή:

 

 

 

 

 

 

«Τὸ ἑσπέρας αὐλισθήσεται κλαυθμός, καὶ εἰς τὸ πρωὶ ἀγαλλίασις. Κύριος ἐγεννήθη βοηθός μου Ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί διέρρηξας τὸν σάκκον μου καὶ περιέζωσάς με εὐφροσύνην».

Ἔτσι περνούσανε οἱ μέρες.Καὶ δυνάμωνε ἡ ψυχή του, τόσο, ποὺ ἀποροῦσε καὶ δόξαζε τὸν Θεό.Γιατί ἔφταξε νὰ καλημερίζει τ’ ἀγοράκι του ποὺ ἔβγαινε τὸ πρωὶ ἀπὸ τὸ σπίτι του νὰ πάγει νὰ δουλέψει σ’ ἕνα τσαγκαράδικο,καὶ τὸ μικρὸ τὸ κοριτσάκι του ποὺ ἤτανε βυζανιάρικο τὸν καιρὸ ποὺ θαλασσο πνίγηκε, πήγαινε κάθε τόσο στὸ κελλί του καὶ τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ κουβεντιάζανε  μαζί.

Ἤτανε τότε ὡς ἕξη χρονῶν καὶ τὸ λέγανε Καλλιοπίτσα.Πήγαινε λοιπὸν ἡ Καλλιοπίτσα, στὸν παποῦ,καὶ τοὔδινε κρύο νερὸ ἀπὸ τὴ στέρνα,καὶ σαπούνιζε καὶ τὶς βροῦτσες ποὺ ζωγράφιζε,καὶ δὲν ἤθελε νὰ φύγει ἀπὸ κοντά, σὰ νἄνοιωθε πὼς τὴν τραβοῦσε τὸ αἷμα.Καὶ κεῖ ποὺ μιλούσανε, ὧρες ὧρες γύριζε ὁ Πάτερ Γεράσιμος τὸ πρόσωπό του καὶ σφούγγιζε τὰ μάτια του,κ’ ἔλεγε πάλι: «Κτηνώδης ἐγενήθην παρὰ σοί•κἀγὼ διαπαντὸς μετὰ σοῦ, ἤγουν:

«Σὰν τ’ ἀναίσθητο τὸ ζῶο γίνηκα γιὰ σένα, Θεέ μου, μὰ ἐγὼ παντοτινὰ εἶμαι μαζί σου».

 

 

 

 

 

 

 

Μιὰ μέρα χτύπησε ἡ πόρτα τοῦ κελλιοῦ του,καὶ σὰν ἄνοιξε, βλέπει μπροστά του τὴ γυναῖκα του.Καὶ σὰν νἄτανε ἀπὸ πέτρα κι’ ὄχι ἄνθρωπος μὲ κορμί,δὲν ἀπόδειξε τίποτα, κι’ οὔτε ταράχτηκε στὸ παραμικρό.  Καὶ κείνη δὲν τὸν γνώρισε ὁλότελα, καὶ τοῦ λέγει:

«Καλὴ μέρα, γέροντα», καὶ φίλησε τὸ χέρι του.Καὶ κεῖνος τῆς λέγει:«Ὁ Θεὸς νὰ σὲ εὐλογεῖ, τέκνο μου».Καὶ σὰν μπήκανε μέσα, κάθισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος στὸ σκαμνί του, καὶ κείνη κάθισε ντροπαλὴ καὶ πικραμένη στὸ σεντοῦκι.Καὶ θέλοντας νὰ μιλήσει ἡ κακομοῖρα δάκρυσε.Ἡ γυναῖκα ποὺ δὲν τὸν γνώρισε τὸν ἄντρα της, δάκρυσε, καὶ κεῖνος ποὺ τὴ γνώρισε, δὲν δάκρυσε,μήτε ταράχτηκε, μήτε τίποτα ἀπόδειξε, παρὰ καθότανε μὲ χαροποιὸ πρόσωπο,σὰν τοὺς μάρτυρες τὴν ὥρα ποὺ τοὺς καίγανεκαὶ ποὺ ξεσκίζανε τὰ κορμιά τους.Λέγει του ἡ γυναίκα δακρυσμένη«Ἦρθα, γέροντα νὰ σὲ παρακαλέσω νὰ μοῦ φτιάξεις μιὰν εἰκόνα τ’ ἅγιου Γιώργη,σὲ μνημόσυνο τοῦ μακαρίτη τ’ἀντρός μου,ποὺ πνίγηκε ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα πρὶν ἀπὸ ἕξη χρόνια».«Μετὰ χαρᾶς», λέγει ὁ καλόγερας.«Βοήθεια σου. Μὰ δὲν εἶναι καλὸ νὰ κλαῖς,γιατί βαραίνεις τὴν ψυχή του.Εἶσαι χήρα γυναῖκα, δὲν θέλω τίποτα γιὰ τὸν κόπο μου».

Ἡ γυναίκα τοὔκανε μετάνοια κ’ ἔφυγε.Τὴν ἄλλη μέρα πρωὶ πρωὶ ὁ Πάτερ Γεράσιμος ἔβαλε μπροστὰ τὴν εἰκόνα.Ὅσον καιρὸ τὴ δούλευε, τὰ μάτια του τρέχανε σὰν βρύσες,οἱ μπογιὲς μὲ τὰ δάκρυα ἤτανε ζυμωμένες.Στὸ ἀπάνω μέρος ζωγράφισε τὸν ἅγιο Γιώργη ἁρματωμένον καὶ θλιμμένον καβάλλα στ’ ἄλογο,κι’ ἀπὸ κάτω τὸ θεριὸ λαβωμένο ἀπὸ τὸ κοντάρι του,κ’ ἡ βασιλοπούλα  κύτταζε τρομαγμένη κ’ ἔμοιαζε τὴν Καλλιοπίτσα.Καὶ στὸ κάτω μέρος χώρισε ἕνα μέρος, καὶ ζωγράφισε ἕνα καράβι ποὺ βούλιαζε, καὶ τρεῖς ναῦτες ποὺ θαλασσοπαλεύανε μέσα στ’ ἄγρια τὰ κύματα, κ’ ἔγραψε:«Τὸ ναυάγιον».

Καὶ σὲ μιὰ γωνιὰ ἔγραψε πάλι τοῦτα τὰ λόγια:

 

 

 

 

 

«Ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Γεωργίου Ἀντρῆ ὅν περ κατέπιε ὑδατό στρωτος  τάφος, ἐν ἔτει 1864, μηνὶ Δεκεμβρίῳ 25».Κι’ ἀπὸ κάτω ἔγραψε

«Διὰ χειρὸς Γερασίμου μοναχοῦ του ἁμαρτωλοῦ. Ἔτους 1870».Ὕστερα ἀπὸ κανέναν μῆνα, ὁ Πάτερ Γεράσιμος μίσεψε ἀπὸ τὴ Νάξο γιὰ νὰ γυρίσει στὸ Ὅρος. Περνῶντας ἀπὸ τὴ Σύρα ἔγραψε στὴ γυναῖκα του πὼς ἔμαθε ἀπὸ ἕναν ἄλλον καλόγερα πως ὁ Καπεταν Γιώργης ζεῖ καὶ πὼς εἶναι στὸ Ὄρος,καὶ πὼς νὰ στείλει ἐκει πέρα τὸ γυιὸ της τὸν μεγάλο γιὰ νὰ τοῦ δώσει τὶς παραγγελιές του.

Σὰν γύρισε πίσω στὴ σκήτη τῆς μετανοίας του, πήρε ἕνα γράμμα ἀπὸ τὸ γυιό του πὼς σὲ λίγες μέρες θὰ πήγαινε νὰ τὸν ἀνταμώσει.Κατέβηκε στὴ Δάφνη καὶ τὸν περίμενε.Σὰν βγῆκε ἀπὸ τὴ βάρκα, τὸν καλωσόρισε ὁ Πάτερ Γεράσιμος.Καθίσανε καὶ κουβεντιάζανε γιὰ τὴ Νάξο, γιὰ τὸ σπίτι τους. Κάθε τόσο ρωτοῦσε τὸ παιδί:

«Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;»Καὶ κεῖνος τοὔλεγε:«Πῆγε ὡς τοῦ Ξηροποτάμου, κι’ ὅπου νἆνε θἄρθει».Πάλι σὲ λίγο ξαναρωτοῦσε «Πότε θἄρθει, γέροντα, ὁ πατέρας μου;»Ὅπου σὲ μιὰ στιγμή, τὸν πήρανε τὰ δάκρυα τὸν γέροντα,καὶ λέγει τοῦ παιδιοῦ του:

 

 

 

 

 

 

«Ἐγώ εἶμαι, παιδί μου, ὁ πατέρας σου,ἐγὼ ἤμουνα μιὰ φορὰ ὁ καπετὰν Γιώργης.

Μὰ θἄμουνα πνιγμένος ἂν δὲ μὲ γλύτωνε ὁ Θεός,κ’ ἔταξα νὰ γίνω καλόγερας.Τώρα ἐσὺ δὲν εἶσαι ὀρφανό, μὰ ἐγὼ εἶμαι πιὰ πεθαμένος γιὰ τὸν κόσμο.Ἔτσι θέλησε ὁ Παντοδύναμος ποὺ εἶπε πὼς θὰν ἀφήσει γονιοὺς καὶ παιδιὰ καὶ γυναῖκα ὅποιος τὸν ἀγαπᾶ.

Γεννηθήτω τὸ θέλημά του».

 

 

.

 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ..

 

 

Αποτέλεσμα εικόνας για διατροφης

 

 

 

Ο,τι διαβαζετε στο  διαδικτυο, δεν σημαινει απαραιτητα οτι ειναι σωστο. Αρα το ψαχνουμε. Ρωταμε τον φιλο μας, τον ειδικο, τον κλινικο γιατρο που εχει εμπειρια, και μετα αποφασιζουμε. Ο,τι γραφεται και διαδιδεται , ολα χρηζουν ιδιαιτερης προσοχης και ερευνας, διαφορετικα το λιγοτερο αυτος που τα προτεινει, γελιοποιειται και το σοβαροτερο μπορει καποιον να βλάψει.

Αρα τεκμηριωνουμε κατι,και το προτεινουμε, ή απλα λέμε ότι μας αρεσει..

 

 

 

 

 

 

 

 

Πολλα λεγονται τελευταια για την διατροφη του Πυθαγορα. Ατυχως τα περισσοτερα αγγιζουν τη σφαιρα της υπερβολης, αν οχι της ανοησιας.

Αν καλούσαμε στις μέρες μας σ’ ένα γεύμα τον  Ηρόδοτο,τον Ηρακλή ή τον Αριστοφάνη,  σίγουρα θα τους τρομάζαμε με τον πλούτο και την ποικιλία των εδεσμάτων που θα τους προσφέραμε. Εξαιτίας του ότι δεκάδες από τις σημερινές τροφές  ήταν εντελώς άγνωστες στους αρχαίους Έλληνες .

Άγνωστα ήταν στους προγόνους μας και γενικά στους Μεσογειακούς λαούς, το ρύζι, η ζάχαρη, το καλαμπόκι, ο καφές, οι ντομάτες και τα ζαρζαβατικά ,μελιτζάνες, πιπεριές, μπάμιες, τα πορτοκάλια και τα λεμόνια, το κακάο και διάφορα μπαχαρικά

 

 

 

 

Σχετικα με τα ποικίλα ποτά, ακόμη και το ούζο- αφού φαίνεται να αγνοούσαν τον τρόπο της απόσταξης- τα ζυμαρικά, και ένα πλήθος από διάφορα αγαθά, που κατακλύζουν σήμερα τις αγορές μας. Αλλά, παρ’ όλες τις ελλείψεις τόσων βασικών αγαθών, οι αρχαίοι Έλληνες ήταν καλοφαγάδες.

 

 

 

 

 

Στα συμπόσιά τους τα τραπέζια ήταν βαρυ φορτωμένα και το κρασί έρεε άφθονο.

 

 

Σχετική εικόνα

 

 

 

 

Σ’ ένα πλούσιο δείπνο περίπου τον 5ο π.Χ. αιώνα, μπορούσε κανείς να δει τυρί της Αχαΐας, σύκα και μέλι της Αττικής, αίθοπα οίνο από τη Χίο και τη Λέσβο, θαλασσινά από τις πλούσιες ακτές της Εύβοιας, δαμάσκηνα από τη Δαμασκό της Συρίας, κριθαρένιο ψωμί από την Πύλο, φάβα ή ζωμό από μπιζέλια, τηγανίτες βουτηγμένες στο λάδι και γαρνιρισμένες με μέλι, τυρί αλογίσιο, που έτρωγαν μόνο οι πολεμοχαρείς, βραστούς βολβούς, ραπάνια για να φεύγει το μεθύσι  και βέβαια τις πίτες της Αθήνας, καύχημα της πόλης, παραγεμισμένες με τυρί, και μέλι.

 

 

Σχετική εικόνα

 

 

 

Συμπερασματικα..Την επομενη φορα που θα δειτε έναν εντυπωσιακο   τιτλο :

Τί ετρωγαν οι Πυθαγορειοι

Αμφισβητήστε τον, ψαξτε για αποδείξεις, πηγές, και έρευνες.

 

Χαιρετε..

 

 

 

Αρέσει σε %d bloggers: