RSS Feed

ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ..ΔΥΟ ΑΕΤΟΙ !




https://kosmaser.files.wordpress.com/2011/05/p-18-mfek4j448m.gif?w=610

https://kosmaser.files.wordpress.com/2011/05/p-18-mfek4j448m.gif?w=610

Η γραφίδα του Καζαντζάκη έντονη, τραχειά,

χωρίς οικτο, ούτε γι αυτον τον ίδιο..

Εγραψε και μίλησε για πολλά.

Για όσα δεν μίλησε, εννόησε περισσότερα.

Είχε άποψη για όλα.

Στα πιο πολλά υπήρξε εύστοχος και καυστικός..

Στα Θεολογικά, πάντα ακροβατούσε μεταξύ

των ¨ερημικών πελεκάνων¨ και των ουμανιστών αγίων

σαν τον άγιο Φραντζισκο της Ασίζης..

Τούτο δώ το οδοιπορικό, εχει μιαν άγρια ομορφιά.

Λές και χαράχτηκε σε βασάλτη.  

Το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω, μη χορταίνοντας

την αντιπαράθεση των δυό Αετών…

Του ενός να φωλιάζει στα φριχτά Καρούλια του Ορους,

και του άλλου να πετά και να χαίρεται

την παροδική μαγεία του κόσμου…

Το αιώνιο δίλημμα…Ο αιώνιος πειρασμός..

Ειλικρινά δεν αρκεί μια απλή ανάγνωση,

χρειάζεται προσεκτική κι απο καρδιάς μελέτη.

Συμπέρασμα η ψυχή βγάζει μετά απο προσεκτική

ανάβαση του λόγου στη καρδιά.

Σας Το εύχομαι.

 Υ.Γ. Θεώρησα οτι θάταν ιεροσυλία , να επενδύσω μουσικά

τα γραφόμενα του Καζαντζάκη με κάποιο βυζαντινό μέλος,

αν και του άρεσαν. Η δύναμη του πεπρωμένου, του Βέρντι,

νομίζω ταιριάζει στο ανήσυχο μυαλό του ατίθασου κρητικού…

Νάτος λοιπόν ο νεαρός αετός, ο Νίκος Καζαντζάκης,

να ματώνει σκαρφαλώνοντας      

στ άγρια, τα φριχτά Καρούλια για να πεί δυό κουβέντες

με τον ένσαρκο άγγελο του Θεού τον Μακάριο τον Σπηλαιώτη.

Ξαναχαράζω τις σκέψεις του ¨κυρ Νίκου¨,

όπως τις πρωτοέγραψε στο βιβλίο του

¨Αναφορά στον Γκρέκο¨,έχοντας μιαν ελπίδα

πίσω στο μυαλό μου, νάναι στον Αδη και να συνομιλεί

μέ όλους και με τον Εναν..

Δεν θα σας πάρει πολύ να..

Διαβάσετε την γλαφυρή και συνάμα τραγική αφήγησή του.


¨Στην κορφή της πείνας, της δίψας,

του πόνου κάθεται ο Θεός.

Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος.¨

Διάλεξε.


Τελείωνε πια το προσκύνημά μας.

Τις παραμονές του μισεμού πήρα τον ανήφορο μοναχός,

ν’ ανέβω στ’ άγρια ησυχαστήρια, ανάμεσα στους βράχους αψηλά

απάνω από τη θάλασσα, στα Καρούλια.

Τρυπωμένοι μέσα σε σπηλιές, ζουν εκεί και προσεύχουνται

για τις αμαρτίες του κόσμου, καθένας μακριά από τον άλλο, 

για να μην έχουν και την παρηγοριά να βλέπουν ανθρώπους,

οι πιο άγριοι, οι πιο άγιοι ασκητές του Αγίου Όρους.

Ένα καλαθάκι έχουν κρεμασμένο στη θάλασσα,

κι οι βάρκες που τυχαίνει κάποτε να περνούν ζυγώνουν

και ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ελιές, ότι έχουν,

για να μην αφήσουν τους ασκητές να πεθάνουν της πείνας.

Πολλοί από τους άγριους αυτούς ασκητές τρελαίνουνται.

Θαρρούν πώς έκαμαν φτερά, πετούν απάνω από

τον γκρεμό και γκρεμίζουνται….

Κάτω ο γιαλός είναι γεμάτος κόκκαλα.


Ανάμεσα στους ερημίτες τούτους ζούσε τα χρόνια εκείνα,

ξακουστός για την αγιοσύνη του, ο Μακάριος ο Σπηλαιώτης.

Αυτόν κίνησα να δω. Από τη στιγμή που πάτησα στο ιερό βουνό,

είχα πάρει την απόφαση να πάω να τον δω,

να σκύψω να του φιλήσω το χέρι και να του ξομολογηθώ.

Όχι τα κρίματά μου, δεν πίστευα να χα κάμει ως τότε πολλά, όχι τα κρίματά μου παρά την εωσφορική αλαζονεία που συχνά μ’ έσπρωχνε να μιλώ με αναίδεια για τα εφτά μυστήρια και τις δέκα εντολές και να θέλω να χαράξω δικό μου δεκάλογο.


Έφτασα κατά το μεσημέρι στ’ ασκηταριά.

Τρύπες μαύρες στον γκρεμό, σιδερένιοι σταυροί

καρφωμένοι στους βράχους, ένας σκελετός πρόβαλε από μια σπηλιά,

τρόμαξα.Σα να χε φτάσει κιόλας η Δευτέρα Παρουσία

και ξεπρόβαλε ο σκελετός αυτός από τη γης και δεν

είχε ακόμα προφτάσει να ντυθεί όλες τις σάρκες του.

Φόβος κι αηδία με κυρίεψε, και συνάμα κρυφός

ανομολόγητος θαμασμός.Δεν τόλμησα να τον ζυγώσω,

τον ρώτησα από μακριά.

Άπλωσε το ξεραμένο μπράτσο, αμίλητος, και μου δείξε

μια μαύρη σπηλιά αψηλά στα χείλια του γκρεμού.

Πήρα ν’ ανεβαίνω πάλι τους βράχους, με καταξέσκισαν

τα αγκρίφια τους, έφτασα στη σπηλιά.

Έσκυψα να δω μέσα.

Μυρωδιά χωματίλα και λιβάνι, σκοτάδι βαθύ.

Σιγά-σιγά διέκρινα ένα σταμνάκι δεξά, σε μια σκισμάδα

του βράχου, τίποτα άλλο.

Έκαμα να φωνάξω, μα η σιωπή μέσα στο σκοτάδι

ετούτο μου φάνηκε τόσο ιερή, τόσο ανησυχαστική,

που δεν τόλμησα.

Σαν αμαρτία, σαν ιεροσυλία μου φάνηκε εδω

η φωνή του ανθρώπου.


Είχαν πια συνηθίσει τα μάτια μου στο σκοτάδι,

κι ως τα γούρλωνα και κοίταζα, ένας φωσφορισμός απαλός,

ένα πρόσωπο χλωμό, δυό χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν

στο βάθος της σπηλιάς κι ακούστηκε γλυκιά ξεπνεμένη φωνή:
– Καλώς τον!
Έκαμα κουράγιο, μπήκα στη σπηλιά, προχώρησα κατά τη φωνή.

Κουλουριασμένος χάμω, είχε σηκώσει το κεφάλι ο ασκητής,

και διέκρινα στο μεσόφωτο το πρόσωπό του άτριχο,

φαγωμένο από τις αγρύπνιες και την πείνα,

με αδειανούς βολβούς, να γυαλίζει βυθισμένο

σε ανείπωτη μακαριότητα. Τα μαλλιά του είχαν πέσει,

έλαμπε το κεφάλι του σαν κρανίο.
– Ευλόγησον, πάτερ, είπα κι έσκυψα να του φιλήσω

το κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ώρα σωπαίναμε.

Κοίταζα με απληστία την ψυχή τούτη

που είχε εξαφανίσει το κορμί της, 

αυτό βάραινε τις φτερούγες της και δεν την άφηνε

ν’ ανέβει στον ουρανό.

Ανήλεο, ανθρωποφάγο θεριό η ψυχή που πιστεύει.

Κρέατα, μάτια, μαλλιά, όλα του τα χε φάει.

Δεν ήξερα τι να πω, από που ν’ αρχίσω.

Σαν ένα στρατόπεδο ύστερα από φοβερή σφαγή μου

φάνταζε το σαράβαλο κορμί μπροστά μου.

Ξέκρινα απάνω του τις νυχιές και τις δαγκωματιές

του Πειρασμού.


Αποκότησα τέλος:


– Παλεύεις ακόμα με το Διάβολο, πάτερ Μακάριε;

τον ρώτησα.


– Όχι πια, παιδί μου.

Τώρα γέρασα, γέρασε κι αυτός μαζί μου.

Δεν έχει δύναμη.

Παλεύω με το Θεό.
– Με το Θεό ! έκαμα ξαφνιασμένος κι ελπίζεις να νικήσεις;
Ελπίζω να νικηθώ, παιδί μου. 

Μου απόμειναν ακόμα τα κόκαλα. Αυτά αντιστέκουνται.
– Βαριά η ζωή σου, γέροντά μου.

Θέλω κι εγώ να σωθώ, δεν υπάρχει άλλος δρόμος;
– Πιο βολικός; έκαμε ο ασκητής και χαμογέλασε με συμπόνια.
– Πιο 
ανθρώπινος, γέροντά μου.
– Ένας μονάχα δρόμος.
– Πώς τον λέν;
Ανήφορο. Ν’ ανεβαίνεις ένα σκαλί.

Από το χορτασμό στην πείνα,

από τον ξεδιψασμό στη δίψα,

Από Τη Χαρά Στον Πόνο.

Στην κορφή της πείνας, της δίψας,

του πόνου κάθεται ο Θεός.

Στην κορφή της καλοπέρασης κάθεται ο Διάβολος διάλεξε.


– Είμαι ακόμα νέος. Καλή ναι η γης, έχω καιρό να διαλέξω.


Aπλωσε ο ασκητής τα πέντε, κόκαλα του χεριού του,

άγγιξε το γόνατό μου, με σκούντηξε:


– Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πριν σε ξυπνήσει o Χάρος.


Ανατρίχιασα.
– Είμαι νέος, ξανάπα για να κάμω κουράγιο.
– 
Ο Χάρος αγαπάει τους νέους.

Η Κόλαση αγαπάει τους νέους.

Η ζωή ναι ένα μικρό κεράκι αναμμένο, εύκολα σβήνει,

έχε το νου σου, ξύπνα!


Σώπασε μια στιγμή, και σε λίγο:


– Είσαι έτοιμος; μου κάνει.
Αγανάχτηση με κυρίεψε και πείσμα.
– Όχι! φώναξα.


– Αυθάδεια της νιότης!

Το λες και καυχιέσαι, μη φωνάζεις. Δε φοβάσαι;


– Ποιος δε φοβάται; Φοβούμαι.

Κι ελόγου σου, πάτερ άγιε, δε φοβάσαι; 

Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις

στην κορφή της σκάλας, φάνηκε ! πόρτα της Παράδεισος.

Μα θ’ ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις;

Θ’ ανοίξει; είσαι σίγουρος;
Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του.

Αναστέναξε. Και σε λίγο:


– Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. 

Αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπου.

– Κι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού.

Αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει και την αυθάδεια της νιότης.


Αλοίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη

του Θεού.

Η κακία τότε κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.

– Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου, πως η καλοσύνη του Θεού

ειναι τόσο μεγάλη;


Κι ως το πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος,

μπορεί, μα, ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός,

πώς θα ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης,

θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Ασωτος Υιός,

ο Σατανάς, θ’ ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει

το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του:

 «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας

θ’ ανοίξει την αγκάλη του: 

«Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιε μου.

Συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!».


Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου.

Πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω.


– Έχω ακουστά, γέροντά μου, πώς ένας άγιος,

δε θυμάμαι τώρα ποιός, δεν μπορούσε

να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο.

Ακουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε:

«Τί έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε.

«Δεν είσαι ευτυχής;
Πώς να μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος.

Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει.
Τί συντριβάνι;
Τα δάκρυα των κολασμένων.


Ο ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν.


– Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη.

Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!


Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές, έφτυσε στον αέρα:
– Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε,

κι η φωνή του τώρα είχε στερεώσει.
Αγγιξα το γόνατό του που γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο.

Το χέρι μου πάγωσε.
– Γέροντά μου, του κάνω, δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω,

δεν είμαι ο Πειρασμός.

Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά,

χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς

μου ο χωριάτης θέλω, μα δεν μπορώ.


– Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε.

Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει.

Ο αρχάγγελος Εωσφόρος, που εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις, ξέρεις

πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση;

Όταν στράφηκε στο Θεό κι είπε:

Εγώ. Ναι ναι, άκου, νεαρέ, και βάλ’ το καλά στo νου σου:


– Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ.

Το εγώ, ανάθεμά το!
Τίναξα το κεφάλι πεισματωμένος:


– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο,

μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.


– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε… από το Θεό.

Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του.

Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος δεν υπήρχε δικό σου

και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό, υπήρχε ένα.

Το Ένα, ο Ένας.


Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς, κανένας άλλος.

Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει

η ψυχή να γυρίσει. Βλογημένος ο θάνατος!

Τί ναι ο θάνατος, θαρρείς;

Ένα μουλάρι, το καβαλικεύουμε και πάμε.

Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν.

Γλυκό, ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν

από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο.

Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο.


– Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;
– Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε είμαι ευτυχής, παιδί μου.

Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γροικώ τα πέταλα του μουλαριού,

γροικώ το Χάρο να ζυγώνει.


Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ

στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής.

Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς.

Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει,

αγαπούσα πολύ τον ορατό

κόσμο, έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μου

δεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού.

Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω,

σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει μέσα μου κι o Εωσφόρος.


Σηκώθηκα.

Ασκωσε ο γέροντας το κεφάλι.


– Φεύγεις; έκαμε άε στο καλό. Ο Θεός μαζί σου.


Και σε λίγο, περιπαιχτικά:


– Χαιρετίσματα στον κόσμο.


Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα.

Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς, 

φταίει αυτός που έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.

 

Δεν είναι παρά 1000 λέξεις, που όμως κρύβουν μέσα τους όλον τον σπαραγμό του ανθρώπου που έχει πιαστεί στο δόκανο του πειρασμού.

Ενός πειρασμού τυλιγμένου στη χρυσόσκονη του

εγω θα σώσω τον κόσμο..μέσα απ τα γραφόμενα μου..

Θα ζήσω την πρόσκαιρη ομορφιά .

θα την ρουφήξω με τις αισθήσεις μου.

Ομως θέλω να ξέρω και τί γίνεται μετά.

Θέλω να είμαι σίγουρος οτι δεν θα με εγκαταλέιψει Εκείνος,

που τόσο μανικά μ αγαπα..

Κανεις δεν ξέρει αν τελειώνοντας το Ταξιδι,

ο κυρ Νίκος μετάνοιωσε..

Κανείς δεν ξέρει αν περνοδιαβάζει την Παράδεισο που συνεχώς; αναλογίζονταν..

Κανείς δεν ξέρει αν νίκησε τον πειρασμό, π’ αρέσκονταν να προκαλεί..

Μόνον ο Χριστός γνωρίζει,

κι  ίσως τα σπλάγχνα της φιλανθρωπίας Του,

συγχωρεσαν τον κυρ Νικο μας,

κι έτσι τώρα προσεύχεται σε κάποια γωνιά του Αδη

παρέα με τον μακαριστό

Μακάριο τον Σπηλαιώτη..περιμένοντας

την ώρα που όλοι μας

ζώντες και νεκροί θα μπούμε στον Παράδεισο..

Γιατί όλοι θα μπούμε στο Παράδεισο..

άλλοι με χαρά κι άλλοι με τρόμο…

Γι άλλους θάναι φώς…και γι άλλους φωτιά…

Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ..

γιατί κόλαση δεν υπάρχει στα σπλάγχνα του Θεού..

Αυτή τη κάνουμε μόνοι μας..μεσα μας..και τη στήνουμε μπρός μας..και τη βιώνουμε,

γιατί δεν θέλουμε να απαλλαγούμε απ αυτήν,

γιατί την αγαπάμε, όπως αγαπάμε τα πάθη μας..φανατικά..μεχρι τέλους…χωρίς μετάνοια!

 



About kosmaser

Η ασθένεια είναι ο..κανόνας ! Η υγεία η εξαίρεση ! Η θεραπεία άθλος..και η ίαση ο τελικός μας σκοπός..

One response »

  1. Παράθεμα: ΤΟ ΓΟΝΙΔΙΩΜΑ…ΤΟ ΣΙΩΠΗΡΟ ΚΙ ΑΦΑΝΕΣ ΜΙΚΡΟΒΙΩΜΑ..ΚΑΙ ΤΡΕΧΑ ΓΥΡΕΥΕ. « Kosmaser's Weblog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: