RSS Feed

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ..ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ

Διαβαζοντας Κειμενα Του Παπαδιαμαντη, Αισθανομαι Οτι Λειτουργουν Ψυχοθεραπευτικα, Γαληνευουν Την Ψυχη, Υγραινουν Τα Ματια, Εμπνεουν Για Εναν Κοσμο Κεκοσμημενο.

1. Αναγκαία διευκρίνιση

Κατ’ αρχάς είναι ανάγκη να διευκρινισθή ότι :

Δεν Μπορει Κανεις Να Συγκρινη Τα Εργα Του Παπαδιαμαντη Με Τα Εργα Των Πατερων, Με Τα Φιλοκαλικα Κειμενα Και Τα Συναξαρια.

Γιατί τα φιλοκαλικά κείμενα αποβλέπουν:

Στην ΑΔΡΑΝΟΠΟΙΗΣΗ Του Φανταστικού Της Ψυχής, επειδή καθοδηγούν σε μια ΑΦΑΝΤΑΣΤΗ ΚΑΙ ΑΝΙΔΕΗ προσευχή, στο ανίδεο και αφάνταστο του νού.

Είναι γνωστή η ρήση ότι : “Νούς φανταζόμενος είναι ανίκανος δια την θεολογίαν”. Βεβαίως βρίσκει κανείς μέσα σε πατερικά κείμενα στοιχεία, στα οποία παρουσιάζεται η ομορφιά της κτίσεως, ιδίως ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στην Καινή Κυριακή, το Πάσχα, στον οποίο ο άγιος παρουσιάζει την ομορφιά της φύσεως κατά την άνοιξη.

Δεν Ηταν Πνευματικος Πατερας Και Καθοδηγητης, Ουτε Εξασκουσε Ποιμαντικη Σε Ανθρωπους Που Επρεπε Να Καθαρισουν Το Παθητικο Και Το Λογιστικο Της Ψυχης, Ουτε Ηταν Δασκαλος Και Ιεροκηρυκας.

Ήταν Ενας Ανθρωπος Που Ειχε Επηρεασθη Απο Την Ορθοδοξη Παραδοση, όπως εκφραζόταν στις κοινότητες της Σκιάθου, τις οποίες μπορούμε να ονομάσουμε θεραπευτικές.

Στα κείμενά του, λοιπόν, περιέγραφε μια κοινωνία που διαπνεόταν από τους Δερματίνους Χιτώνες Της Φθοράς Και Της Θνητότητας, μια κοινωνία που ζούσε μέσα στην παράδοση της Εκκλησίας και Εξασκουσε Την Υπομονη, Την Καρτερια, Διακατεχοταν Απο Την Πιστη Στον Θεο Και Ζουσε Μεσα Στην Λατρευτικη Ζωη Της Εκκλησιας.

Ο Παπαδιαμάντης ήταν “Ο Μεγάλος Ζωγράφος Των Ταπεινών”, κατά τον Κωστή Παλαμά.

Προκειται Για Ενα Κλιμα Και Μια Ατμοσφαιρα Που Καθαριζει Την Καρδια Του Ανθρωπου Και Υπαρχουν Στοιχεια Νοερας Προσευχης, Αφου Προκειται Για Προσευχη Που Προερχεται Απο Εναν Βαθυ Πονο.

Και προτιμώ αυτήν την κοινωνία από μερικές άλλες κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από:

Πουριτανικές Ιδέες Με Φαντασιώσεις Υψηλής Πνευματικής Ζωής.

Τα Εργα Του Παπαδιαμαντη Πιθανον Να Μη Ωφελουν Τους Μοναχους, Που Αποβλεπουν Σε Κατι Αλλο.

Άλλωστε, ούτε ο Παπαδιαμάντης είχε την επιθυμία να καθοδηγή μοναχούς με υψηλές πνευματικές καταστάσεις.

Ζώντας μέσα στον κόσμο και επιδιώκοντας “νά βγάλη το ψωμί του”, Έγραψε Τις Αναμνήσεις Του Και Τον Πόνο Του,

Χωρίς να κάνη θρησκευτικό κήρυγμα, Αλλά μάλλον έγραφε εξομολογητικά και ανθρώπινα, Συγκρίνοντας Εν Πολλοίς Τον Κόσμο Του Ουρανίου Πολιτεύματος Με Τον Κόσμο Της Εξορίας.

Ο Παπαδιαμαντης Εζησε Στην Ζωη Του ΜΕ ΠΟΝΟ, Που Θεραπευει Την Καρδια, Με Βαθυτατη Αυτομεμψια Και Μαλιστα Ειχε Την Τολμη Να Την Γραφη, Εζησε Με Υψηλο Αισθημα Δικαιοσυνης, Με Εντονη Ξενιτεια, Που Αυξανοταν Με Τις Αναμνησεις Της Παιδικης Του Ηλικιας Μεσα Σε Μια Ιερατικη Οικογενεια Και Μια Λατρευτικη Και Θεραπευτικη Κοινοτητα.

Ο αείμνηστος Φιλόθεος Ζερβάκος θα γράψη για τον Παπαδιαμάντη: “Εγύρισα όλας τας Μονάς της Ελλάδος, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά.

Ευρήκα καλογήρους, ιερομονάχους, μοναχούς, Αλλα Πτωχους Και Ακτημονας Ωσαν Τον Παπαδιαμαντην Πανυ Ολιγους…”.

Αν συγκρίνη κανείς την ζωή του Παπαδιαμάντη Με Την Πλειονοτητα Των Μοναχων Της Εποχης Μας Οι Οποιοι Ζουν Με Συνεχεις Επαιτειες Και Κατασκευαζουν Πολυτελη Μοναστηρια, Οπου Διαβιωνουν Με Κοσμικη Ανεση, τότε αντιλαμβάνεται την αξία του Παπαδιαμάντη.

Έζησε, λοιπόν, με πόνο, αλλά και όταν ήλθε η ώρα να φύγη από τον κόσμο αυτόν, πέθανε με εξομολόγηση, με την μετάληψη των Τιμίων Δώρων, με προσευχή και μετάνοια, ψάλλοντας με πόνο το δοξαστικό της Παραμονής των Θεοφανείων, “Την Χειρα Σου Την Αψαμενην Την Ακηρατον Κορυφην Του Δεσποτου, Μεθ’ Ης Και Δακτυλω Αυτον Ημιν Καθυπεδειξας, Επαρον Υπερ Ημων Προς Αυτον, Βαπτιστα, Ως Παρρησιαν Εχων Πολλην”.

Το ορθόδοξο τέλος του ήταν ένδειξη της ζωής του και της αποδοχής της υπάρξεώς του από τον Θεό.

Δεν σάς αποκρύπτω ότι νοσταλγώ να έχω το ίδιο τέλος που είχε ο Παπαδιαμάντης και ελπίζω στο έλεος και την φιλανθρωπία του Θεού ότι θα μου το χαρίση.

Ο Θεός του Παπαδιαμάντη είναι Ο Θεος Των Πατερων και ιδιαιτέρως των Φιλοκαλικών Πατέρων με την εμπειρική γνώση του Θεού και φυσικά με την μεγάλη φιλοθεΐα και φιλανθρωπία.

Δεν είναι ο Θεός του Θωμά του Ακινάτη και του Άνσελμου Καντερβουρίας.

Ο Θεός του Θωμά του Ακινάτη είναι ένας θεός απρόσιτος, σκληρός, που υποχρεώνει τον άνθρωπο στην αποδοχή της ύπαρξής του. Στην “Σούμα Θεολόγικα”, ο Θωμάς ο Ακινάτης, μετά τα επιχειρήματα περί της υπάρξεως του Θεού, φθάνει σε αναγκαστικές δεσμεύσεις:

“Ανάγκη λοιπόν να παραδεχθώμεν πρώτην τινα ποιητικήν αιτίαν, ήν πάντες ονομάζουσι Θεόν”. Και αλλού:

“Συνεπώς πρέπει να υπάρχη όν νοούν, υφ’ ου πάντα τα φυσικά όντα κυβερνώνται και κατευθύνονται προς τον εαυτών σκοπόν· το δ’ όν τούτο ονομάζομεν Θεόν”. Και αλλού:

“Δεν δυνάμεθα να διακριβώσωμεν πώς ο Θεός είνε, αλλά μάλλον πώς δεν είνε”.

Ο Θεός ακόμη του Άνσελμου Καντερβουρίας είναι :

Θεός φεουδάρχης ο οποίος κυριαρχείται από Τρεις Αρχές, ήτοι :

Ότι είναι η υψίστη δικαιοσύνη, η υψίστη τιμή και ότι είναι θεός τάξεως, αφού έβαλε σε όλη την κτίση την τάξη.

Οπότε κάθε αμαρτία είναι προσβολή της τιμής και της δικαιοσύνης του Θεού, αλλά και παράβαση της τάξεως που υπάρχει σε όλη την δημιουργία.

Γι’ αυτό και ο αμαρτωλός άνθρωπος πρέπει να τιμωρηθή, ή πρέπει να εξιλεώση την δικαιοσύνη του Θεού και να αποκαταστήση την τρωθείσα τιμή Του.

Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, επηρεασμένος από αυτήν την δυτική θεολογική προβληματική, είχε υπ’ όψη του έναν τέτοιο δυνάστη θεό.

Σε μια αλληλογραφία που είχε με κάποιον ελληνοαμερικανό Ιερέα Παπαστεφάνου φαίνεται αυτός ο επηρεασμός του. Γράφει κάπου:

“Ο Θεος Μου Ειναι Ολο Λασπη, Αιματα, Επιθυμιες Κι Οραματα.

Δεν είναι ο αγνός, άσπιλος, παντοδύναμος, πάνσοφος, δίκαιος, πανάγαθος.

Δεν είναι φώς. Με αγώνα, με κάματο μετουσιώνει τη νύχτα μέσα στα σωθικά του και την κάνει φώς.  Ανηφορίζει αγκομαχώντας τον ανήφορο της αρετής. Φωνάζει βοήθεια.

ΕΜΕΙΣ ΤΟΝΕ ΣΩΖΟΜΕ. ….Salvatores Dei!    Τί θα πει τόνε σώζομε; Σώζομε μέσα απ’ την εφήμερη πήλινη ύπαρξή μας την πνοή την αιώνια, μετουσιώνουμε τη σάρκα, τον αέρα, το νερό και τα κάνομε πνέμα”.

Ο Θεος Ομως Του Παπαδιαμαντη Ειναι Ο Θεος Της Αποκαλυπτικης Αληθειας.

Ο Παπαδιαμάντης γνώρισε τον Θεό από νηπτικούς πατέρας, που ονομάζονταν Κολλυβάδες, τόσο στο Άγιον Όρος όσο και στην Σκιάθο.

Είναι Θεός αγάπης, που συμπονεί τον άνθρωπο, που τον αγαπά, που αγαπά πιο πολύ τους αμαρτωλούς που συναισθάνονται την πνευματική τους φτώχεια. Αυτό φαίνεται καθαρά σε όλο το έργο του.

Ο θεος, Οπως Ελεγε Ο Οσιος Σιλουανος, Ειναι Ταπεινωση Και Πραοτητα Που Συγχωρει Τους Αμαρτωλους.

Γράφοντας ο Παπαδιαμάντης για το καθαρτήριο πυρ της “Παπικής Ρώμης” σχολιάζει:

“Ημείς Καθαρτήριον δεν ηξεύρομεν, πιστεύομεν όμως ότι ο Θεός εν τω απείρω Αυτού ελέει πολλάς πολλών αμαρτίας θα συγχωρήση δεχόμενος τας μυστικάς θυσίας και τας εν αυταίς γινομένας ευλαβώς μνείας των κεκοιμημένων.

Περί Καθαρτηρίου δε και άλλων τοιούτων δεν πολυπραγμονούμεν.

Οι Δυτικοί θεολόγοι είναι δεινοί εις το να περιγράφωσιν επί το φανταστικώτερον και τας Κολάσεις και τα Καθαρτήρια.

Ημείς γνωρίζομεν μόνον ότι αι ψυχαί των ορθοδόξων χριστιανών, όσοι ημάρτησαν ως άνθρωποι, είναι εις το άπειρον έλεος του Θεού”.

Ακόμη σε όλα τα έργα του φαίνεται διάχυτη αυτή η ευσπλαχνία του Θεού προς τον άνθρωπο.

Την Χριστινα, Την Δασκαλα, Που Ζουσε Χωρις Στεφανι, Την βλέπει με συμπάθεια, γι’ αυτό στο τέλος του διηγήματός του γράφει γι’ αυτήν:

“Αλλ’ Εκείνος, όστις ανέστη “ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων”, όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα και του ληστού το Μνήσθητί μου, Θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις την βασιλείαν Του την αιωνίαν”.

Τον “μπαρμπα-Γιαννιό τον Έρωντα”, που πέθανε μπροστά στην πόρτα της Πολυλογούς που αγαπούσε, και σκεπάστηκε από το χιόνι,

Τον Αφηνει Στο Ελεος Και Την Αγαπη Του Θεου.

Γράφει: “Και ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος,

Κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, Δια Να Μη Παρασταθή Γυμνός Και Τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου”.

Την Φραγκογιαννού, που καταδιωκόμενη από δύο άνδρες για το έγκλημα που έκανε και στην προσπάθειά της να ανεβή τον βράχο του αγίου Σώστη, πνίγηκε, γράφει:

“Η γραία Χαδούλα Εύρε Τον Θάνατον εις το πέραμα του Αγίου Σώστη, εις τον λαιμόν τον ενώνοντα τον βράχον του ερημητηρίου με την ξηράν, Εις Το Ήμισυ Του Δρόμου, Μεταξύ Της Θείας Και Της Ανθρωπίνης Δικαιοσύνης”.

Η ευσέβεια του Παπαδιαμάντη δεν έχει καμμία σχέση με τον Καλβινιστικό Πουριτανισμό,
δεν διακρίνεται από κάποια Πουριτανική Ηθική, αλλά είναι
Η Ευσέβεια Της Ορθοδόξου Παραδόσεως.
Είναι γνωστόν ότι οι Προτεστάντες και κυρίως οι Καλβινιστές, επηρεασμένοι από ΤΟΝ ΑΠΟΛΥΤΟ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ, έφθασαν στο σημείο να κάνουν λόγο Για Σεσωσμένους Και Μή, από καθαρά ρατσιστικά κριτήρια και, βέβαια, η σωτηρία εκδηλώνεται και εξωτερικά, δηλαδή οι άνθρωποι έχουν εκδηλώσεις για την απόδειξη της σωτηρίας.
Τά πέντε σημεία, όπως διατυπώθηκαν από τούς Καλβινιστάς στην συνάντηση της Ολλανδίας το 1618, ήτοι:
«Η Τελεια Αδυναμια ή Η Τελεια Διαφθορα»,
«Η Εκλογη Των Σεσωσμενων Απο Τον Θεο Χωρις Ορους»,
«Η Ειδικη Απολυτρωση ή Περιορισμενη Εξιλεωση»,
που γίνεται με το απολυτρωτικό έργο του Χριστού,
«Η Ακατανίκητη Χάρη» του Αγίου Πνεύματος, που οδηγεί τον εκλεγμένο Αναπόφευκτα Στην Σωτηρία,
«Η Εμμονή Των Αγίων», αφού οι εκλεγμένοι Είναι Αιώνια Σεσωσμένοι Και Δεν Έχουν Δυνατότητα Επιλογής, δημιούργησαν Έναν Πουριτανικό Χριστιανισμό Που Βασίζεται Σε Ρατσιστική Νοοτροπία.
Οι άνθρωποι χωρίζονται σε σεσωσμένους ή μή, ακόμη και από εξωτερικά κριτήρια, δηλαδή από την επιτυχία στον κόσμο, την κυριαρχία στην κοινωνία, και την απόκτηση των υλικών αγαθών.
Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να εξετάζουμε και
Την Προτεστάντικη Ηθική, Που Χωρίζει Τούς Ανθρώπους Σε Αμαρτωλούς Και Αγίους, Σε Ηθικούς Και Ανηθίκους, Σε Ευσεβείς Και Ασεβείς, Με Βάση Εξωτερικά Κριτήρια.
Σε Αυτον Τον Πειρασμο Επεσε Και Ο Καζαντζακης, Ο Οποιος Στο Εργο Του «Ο Χριστος Ξανασταυρωνεται» Χωριζει Τους Κληρικους Στις Δυο Αυτες Κατηγοριες,
Αφου Ο Παπα-Φωτης Ειναι Αγιος,
Ενω Ο Παπα-Γρηγορης Ειναι Ο Φαταουλας, Ο Εκμεταλλευτης, Και Οσο Εξυψωνει Υπερβολικα Τον Πρωτο, Τοσο Ταπεινωνει Υπερβολικα Τον Δευτερο.
Δέν μπορεί να βρή και άλλα στοιχεία στούς ανθρώπους που περιγράφει.
Αντίθετα, Ο Παπαδιαμαντης Διακρινεται Απο Μια Ευαισθησια, Οση Εχουν Οι Ερημιτες Μοναχοι.
Ποιός δεν έχει πλησιάσει τέτοιους ερημίτες και δεν έχει αισθανθή την Αρχοντική Τους Αγάπη,
Που σε θερμαίνουν με την θαλπωρή, με τον ιλαρό λόγο;
Αλλά και όταν χρησιμοποιούν «σκληρό» λόγο είναι θεραπευτικός, αφού προέρχεται από ευαίσθητη καρδιά.
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ «ΑΝΙΚΑΝΟΣ» ΝΑ ΚΑΝΗ ΚΑΚΟ.
Ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης έχει αίσθηση της αναξιότητός του, της πνευματικής του πτωχείας, παρά την μεγάλη αρχοντιά του.
Στό τέλος του έργου του «αμαρτίας φαντάσματα» γράφει:
«Τ’ ανωτέρω συνηρμολογήθησαν εκ παλαιών ατάκτων σημειώσεων τεθνεώτος ατυχούς φίλου».
Προφανώς πρόκειται για σημειώσεις του ιδίου του συγγραφέα, αλλά και αν δεν είναι δείχνει την ίδια νοοτροπία που τον διακατείχε. Συνεχίζει:
«Ώ, φρίκη, και πόνος ανεκλάλητος! Είδα, είδα το παρελθόν μου με τούς ιδίους μου οφθαλμούς, το είδα ως μαύρον φάντασμα. Ολίγον ακόμη και η καρδία μου θα έπαυε να πάλλη. Ησθάνθην βαθείαν συντριβήν το φάσμα το ίδιον μ’ ευσπλαγχνίσθη, και ταχέως έγινεν άφαντον.
Έλαβα το αγγείον με το ύδωρ, και κατήλθον με βήματα βραδέα, τύπτων τα στήθη, και ψιθυρίζων.
“ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΑΓΝΟΙΑΣ ΜΟΥ ΜΗ ΜΝΗΣΘΗΣ, ΚΥΡΙΕ…”».
Δέν χωρίζει τούς ανθρώπους
Σε Καλούς Και Κακούς, Σε Ευσεβείς Και Ασεβείς,
Αλλά Σε Όλους Βλέπει Την Οντολογία Τους.
Κάθε άνθρωπος, Παρά Την Πτώση Του,
Διασώζει Το Κάλλος Της Δημιουργίας, Παραμένει Μέσα Του Το Κατ’ Εικόνα Έστω Και Αμαυρωμένο,
Μαζί Με Τούς Δερμάτινους Χιτώνας Της Πτώσεως.
Καί πρέπει κανείς να έχη ευαισθησία καρδιακή για να βλέπη την θετική αυτή δόξα μέσα στην κατά κόσμον αδοξία.
Στήν «ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ» σκιαγραφεί ανάγλυφα το πάθος του παπα-Κυριάκου, που αναδύθηκε από το πάθος του παπα-Θοδωρή, αλλά στο τέλος ο παπα-Κυριάκος μετανοεί και λέγει:
«Ήμαρτον, Κύριε, είπε, ήμαρτον! μή με συνερισθής.
Επανέλαβε δέ:
Εαν εκεινος εκλεψεν, ο θεος ας τον … Συγχωρηση …. Κ’ εκεινον κ’ εμε. Εγω πρεπει να καμω το χρεος μου.
Ησθάνθη δάκρυ βρέχον την παρειάν του.
-Ώ ΚΥΡΙΕ, ΕΙΠΕΝ ΟΛΟΨΥΧΩΣ, ΗΜΑΡΤΟΝ, ΗΜΑΡΤΟΝ!
ΣΥ ΠΑΡΕΔΟΘΗΣ ΔΙΑ ΤΑΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΜΑΣ,
ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΣΕ ΣΤΑΥΡΩΝΟΜΕΝ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ.
Καί εστράφη προς τον ανήφορον, σπεύδων να επανέλθη εις το παρεκκλήσιον, όπως λειτουργήση.
Καί ήθελα να πιώ και νερό, είπε, δεν είμαι άξιος να λειτουργήσω.
Αλλά πώς να κάμω; Δέν πρέπει να μεταλάβω! Θά λειτουργήσω χωρίς μετάληψιν, δεν είμαι άξιος!…
“Δεύτε του καινού της αμπέλου γεννήματος!…” Εγώ άξιος δεν είμαι!».
Η Χριστίνα η δασκάλα ήταν αστεφάνωτη, αλλά είχε φθάσει σε βίωση μεγάλης αυτομεμψίας αφού ακόμη
«Και τάς καλάς ημέρας Δεν Είχε Τόλμης Πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν»
και όταν πήγαινε καθόταν μακρυά από τον κόσμο.
Μόνον στον Εσπερινό της Αγάπης
«κρυφά και δειλά Εισείρπεν Εις Τον Ναόν, διά ν’ ακούση το “Αναστάσεως ημέρα”
Μαζί Με Τις Δούλες Και Τις Παραμάννες».
Η θρησκευτική κοινότητα την έχει απορρίψει,
Αλλά Αυτή Όμως Δεν Την Απέρριψε.
Νοσταλγουσε Την Συμμετοχη Της Σε Λατρευτικες Συναξεις Και Συμμετειχε Νοερα Και Εξ Αποστασεως, Διακριτικα.
Περιγράφει πολύ παραστατικά ο Παπαδιαμάντης
Όλη Την Αυτομεμψία Που Κυριαρχούσε Στην Ψυχή Της.
«Τήν Μεγάλην Παρασκευήν όλην την ημέραν ερρέμβαζε κ’ έκλαιε μέσα της, κ’ εμοιρολογούσε τα νιάτα της, και τα φίλτατά της όσα είχε χάσει, και ωνειρεύετο ξυπνητή, κ’ εμελετούσε να πάγη κι αυτή το βράδυ πρίν αρχίση η Ακολουθία ν’ ασπασθή κλεφτά-κλεφτά τον Επιτάφιον, και να φύγη, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα την ίασίν της από τον Χριστόν.
Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε να σκοτεινιάζη, της έλειπε το θάρρος, και δεν απεφάσιζε να υπάγη. Τής ήρχετο παλμός.
Αργά την νύκτα, όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών και λαβάρων και κηρίων εξήρχετο του ναού, εν μέσω ψαλμών και μολπών και φθόγγων εναλλάξ της μουσικής των ορφανών Χατζηκώστα, ……
τότε και η πτωχή αυτή η Χριστίνα η Δασκάλα (όπως την έλεγαν έναν καιρόν εις την γειτονιάν) εις το μικρόν παράθυρον της οικίας της, μισοκρυμμένη όπισθεν του παραθυροφύλλου Εκράτει Την Λαμπαδίτσαν Της, με το φώς ίσα με την παλάμην της,
Κ’ Έρριπτεν Άφθονον Μοσχολίβανον Εις Το Πήλινον Θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν το μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τα αρώματα και τα δάκρυα της αμαρτωλού,
Και μή τολμώσα εγγύτερον να προσέλθη και ασπασθή τούς αχράντους και ηλοτρήτους και αιμοσταγείς πόδας Του.
Καί την Κυριακήν το πρωί, βαθιά μετά τα μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις το παράθυρον, κρατούσα την ανωφελή και αλειτούργητον λαμπάδα της, και ήκουε τάς φωνάς της χαράς και τούς κρότους, κ’ έβλεπε κ’ εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφον τρέχουσαι φρού-φρού από την εκκλησίαν, φέρουσαι Τάς Λαμπάδας Των Λειτουργημένας, αναμμένας έως το σπίτι, ευτυχείς, και μέλλουσαι να διατηρήσωσι δι’ όλον τον χρόνον το άγιον φώς της Αναστάσεως.
Καί αυτή έκλαιε κ’ εμοιρολογούσε την φθαρείσαν νεότητά της.
Μόνον το απόγευμα της Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες των ναών διά την Αγάπην, την Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα να εξέλθη από την οικίαν, αθορύβως και ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τον τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, με σχήμα και με τρόπον τοιούτον ως να έμελλε να εισέλθη διά τι θέλημα εις την αυλήν καμμιάς γειτονίσσης.
Καί από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις την βόρειον πλευράν του ναού, και διά της μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά και κλεφτά έμβαινε μέσα».
Εν Τουτοις Αυτη Η Ιδια Μεγαλωνε Τα Παιδια Που Εκανε Ο Αντρας Της Με Τις «Ερωμενες» Του.
«Η ταλαιπωρος αυτη Μανθανουσα, Επιπληττουσα, Διαμαρτυρομενη, Υπομενουσα, Εγκαρτερουσα, επαιρνε τα νοθα του αστεφανωτου ανδρος της εις το σπιτι, τα εθερμαινεν εις την αγκαλιαν της, ανεπτυσσε μητρικην στοργην, τα επονουσε».
Καί όταν τα παιδιά τρία ή τέσσερα πέθαναν έως επτά ή οκτώ ετών η Χριστίνα η δασκάλα πονούσε πολύ.
«Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε και άσπριζε. Κ’ έκλαιε τα νόθα του ανδρός της Ως Να Ήσαν Γνήσια Δικά Της».
Καί όταν ο άνδρας της δεν έλεγε να την στεφανωθή, «αυτή δεν έλεγε πλέον τίποτε. ΥΠΕΦΕΡΕΝ ΕΝ ΣΙΩΠΗ», παρά την κατακραυγή της κοινωνίας.
Αυτό το ίδιο περιστατικό το βλέπουμε στον γάμο του Καραχμέτη.
4. Ταπεινό μέλος της Εκκλησίας
Ο Παπαδιαμάντης ήταν ένα ταπεινό μέλος της Εκκλησίας, αισθανόταν και λειτουργούσε ως μέλος της. Είχε συναίσθηση ότι ο Χριστός είναι Κεφαλή της Εκκλησίας, αυτού την Γέννηση και την Ανάσταση υμνεί και δοξάζει και υπακούει ταπεινά στις αποφάσεις της Εκκλησίας.
Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι όλη η ζωή του Παπαδιαμάντη ήταν φιλοκαλική, που σημαίνει ότι δεν στηριζόταν σε καταφατικές εκφράσεις και διαβεβαιώσεις, Αλλά Κυρίως Ζούσε ΑΠΟΦΑΤΙΚΑ.
Έβλεπε την δόξα της Εκκλησίας όχι στην επίγεια κοινωνική κατάφασή της, αλλά στην χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Τήν αισθανόταν μέσα στις αγρυπνίες, μέσα στην θεία Ευχαριστία, που είναι το κέντρο της Εκκλησίας, στις ακολουθίες, στα τροπάριά της. Συνελάμβανε το πνεύμα της θείας λατρείας, που είναι η ταπείνωση, η ησυχία, η κένωση και η προσφορά.
Σ’ ένα κείμενό του γράφει: «Η Εκκλησία εθριάμβευσεν εν τώ κόσμω άνευ της ελαχίστης συνδρομής της πολιτείας, τουναντίον μάλιστα και διωκομένη και κατατρυχομένη πολλάκις υπό ταύτης».
Στήν εποχή του ο Μακρακισμός αλλοίωνε την ταυτότητα και την φυσιογνωμία της Εκκλησίας. Ο Παπαδιαμάντης γράφει άρθρο για να καυτηριάση την στάση του Μακράκη, ο οποίος εμήνυσε δύο ιερείς, οι οποίοι υπενθύμισαν στον κόσμο ότι είναι μέν ελεύθεροι να ακούσουν τον Μακράκη, αλλά να ξεύρουν ότι «έχει αποκηρυχθή υπό της Ιεράς Συνόδου, ως κακόδοξος και απειθής». Καί στην συνέχεια γράφει:
«Ο κ. Μακράκης είναι έκπτωτος δι’ όλην την Ορθόδοξον Εκκλησίαν. Τό ηξεύρει και προσποιείται ότι το αγνοεί…. Η καινοδοξία δεν είναι εν χώρω και χρόνω, δεν ορμάται αποκλειστικώς εξ Αμερικής ή εξ Αγγλίας η καινοδοξία είναι εν τή γνώμη και εν τή φρενί…. και ο κ. Μακράκης, όστις περιέρχεται τάς πόλεις και τα χωρία ερμηνεύων κατά την ιδίαν αυτού φαντασίαν τάς Ιεράς Γραφάς, άνευ κύρους, άνευ αδείας και εγκρίσεως εκκλησιαστικής….
Τι του ψιθυριζουν εις το ους, του κ. Μακρακη, τα αρχοντικα δαιμονια, τα πονηροτατα και πεισμονεστατα των δαιμονιων!
Ποίος Μητροπολίτης, ποία Σύνοδος δύναταί ποτε ν’ αναγνωρίση τον κ. Μακράκην ως ορθόδοξον, εάν ούτος δεν προσέλθη απλώς και καθαρώς, εν ταπεινώσει, άνευ σοφισμάτων και άνευ υστεροβουλίας, εάν δεν προσπέση εις την Εκκλησίαν να είπη το ήμαρτον, ν’ αποπτύση το τρισύνθετον και πάσαν άλλην κακοδοξίαν, και να είπη ότι μετανοεί ειλικρινώς;
Ως ίσος προς ίσην τολμά να διαπραγματεύηται προς την Εκκλησίαν, ή έτι θρασύτερον, ως θεραπαινίδα θέλει να την μεταχειρισθή ο αγχίστροφος διαλεκτικός, ο πολύπλαγκτος αγορητής, αξιών, ίνα η Εκκλησία αυτή και όχι ο Μακράκης ομολογήση ότι έσφαλε να τον αποκηρύξη! Οίον εξαίσιον πτώμα! Οίος κρημνός!».
Καί όταν οι Μακρακισταί αντέδρασαν ο Παπαδιαμάντης είναι αφοπλιστικός στα επιχειρήματά του, που δεν είναι στοχαστικά, αλλά εκκλησιολογικά:
«Τί με προκαλείτε εις συζήτησιν περί του αν είσθε αιρετικοί ή όχι; Η Εκκλησία σάς απεκήρυξεν. Επί δεδικασμένου συζήτησις δεν δύναται να γίνη».
5. Τό φιλοκαλικό ήθος του Παπαδιαμάντη
Τό κυριότερο γνώρισμα του Παπαδιαμάντη, από όπου αντλείται η άποψή του για τον Θεό, αλλά και η αίσθηση με την οποία πλησίαζε τούς ανθρώπους, που σαφώς λέγεται ησυχαστική, φιλοκαλική, είναι ότι όλη του η προσωπικότητα είναι λιβανισμένη, και αυτό το άρωμα του αγιορείτικου λιβανιού βγαίνει και προχέεται από την καρδιά του στο σώμα, στα δάκτυλα, στο μολύβι και στα γραπτά του.
Τά κείμενά του είναι «λιβανάτα» από το μοσχοθυμίαμα της λατρείας, της προσευχής.
Έχει το ήθος της λατρείας, της υμνωδίας. Αυτή η λατρεία τον έκανε να παραμείνη ορθόδοξος στο φρόνημα, στο ήθος σε όλη του την ζωή.
Σέ πολλά κείμενά του φαίνεται καθαρά ότι συνεχώς έψαλε τα «Τραγούδια του Θεού». Είναι πολύ χαριτωμένο το κείμενό του «Τραγούδια του Θεού», που στην πραγματικότητα περιγράφει μιά κοινωνία που συναντιόταν στον Ναό του αγίου Ελισσαίου και έπειτα στα σπίτια, μέσα στα οποία μεταφερόταν το ήθος της λατρευτικής και ευχαριστιακής κοινότητας.
Ο Παπαδιαμάντης έψελνε στα σπίτια που έμπαινε ώστε η Μαρία της Ρηνούλας να πή:
«– Αυτά δεν είναι τροπάρια που ψέλνετε κύριε.
– Αλλά τί είναι κορίτσι μου; ηρώτησα.
– Αυτά είναι σάν γλυκά γλυκά τραγουδάκια».
Καί αυτά τα τραγουδάκια του Θεού ήταν το τροπάριο του Κανόνος του Πάσχα «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί, Πάσχα Κυρίου Πάσχα».
Αλλά και η ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΛΑ του φίλου του Μπούκη του είπε:
«Εσύ μπαρμπ’ Αλέξανδρε, ψέλνεις τα τραγούδια του Θεού».
Η Αγγελικούλα, γράφει ο Παπαδιαμάντης, «με ήκουε να ψάλλω συνεχώς «Τραγούδια του Θεού», εις τον πενιχρόν νυκτερινόν ναΐσκον, όπου εσύχναζε τακτικά με την μητέρα της. Εκοιμάτο μές στο στασίδι, εις τον γυναικωνίτην, την ώρα των αποστίχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τον Πολυέλεον, κ’ έκτοτε δεν ήθελε να κοιμηθή πλέον. Ήτο μία μετά τα μεσάνυχτα».
Η μικρή Αγγελικούλα Ένδεκα Ετών ήταν άρρωστη βαρειά.
Τήν επισκέφθηκε ο Παπαδιαμάντης και εκείνη του είπε:
«Ά μπάρμπ’ Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενώς. Πότε θα μού πής πάλι ΤΑ ΘΕΙΑ … ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ;
–Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γίνη αγρυπνία εις τον Άγιον Ελισσαίον να έλθης, να σού τα πώ.
–Νά μού τα πής. Μά θα τ’ ακούσω;
– Άμα προσέχης, θα τ’ ακούσης…
– Ώχ!
Έστέναξεν, έκλεισε τα όμματα, και δεν μού ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι είχε πολύ κουρασθή (έφερεν ασθενώς την ισχνήν χείρα προς το ούς ενώ εψέλλιζε. Φαίνεται ότι είχε πάθει βαρυηκοΐαν ένεκα της νόσου). Τής έφεραν χρίσμα, έλαιον από την κανδήλαν.
Αυτή ανέλαβε προς στιγμήν τάς αισθήσεις της, κ’ εψιθύρισε:
–Μοσχοβολά η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θά πλέψω καλά».
Μετά τον θάνατό της ο Παπαδιαμάντης έψαλε τα τραγούδια του Θεού στην αγνή Αγγελικούλα. Γράφει στο κείμενό του:
«Μετά τρείς ημέρας την προεπέμπομεν εις τον τάφον.
Οι επαγγελματικοί ιερείς κ’ οι ψάλται έψαλλον τα κατά συνθήκην, από την “Άμωμον οδόν” έως τον “Τελευταίον ασπασμόν”.
Μόνος ο παπα-Νικόλας απ’ τον Αι-Γιάννη του Αγρού, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έκανε χωριστήν ακολουθίαν, εμορμύριζε μέσα του, και τα όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα.
–Τί μουρμουρίζεις, παπά; του είπα, από το όπισθεν του στασιδίου, όπου είχεν ακουμβήσει.
–Λεγω την Ακολουθιαν Των Νηπιων Μεσα Μου, ειπεν ο παπα-νικολας. Εις αυτο το ακακον αρμοζει Η Κηδεια Των Νηπιων.
Τωόντι κ’ εγώ, με όλον τον πόνον και τα δάκρυά μου, είχα αναλογισθή εκείνην την στιγμήν την ακολουθίαν των Νηπίων.
Καί ακουσίως έλεγα μέσα μου τα τραγούδια του Θεού:
“Τών του κόσμου ηδέων αναρπασθέν άγευστον” και
“ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον προς καλιάς επουρανίους έσωσας” και
“του Αβραάμ, εν κόλποις, εν τόποις ανέσεως, ένθα το ύδωρ εστί το ζών, τάξαι σε Χριστός ο δι’ ημάς νηπιάσας” και
“οίς αριθμοίς το πλάσμα σου, νήπιον φοιτήσαν τανύν προς σε”».
Ο Παπαδιαμαντης Ζουσε Την Εκκλησια Ως Θεραπευτικη Κοινοτητα, Και Οχι Ως Χωρο Εκφρασεως Των Συναισθηματων Του,
Την Ζουσε Με Τις Αγρυπνιες, Τις Προσευχες, Με Τον Κοσμο Γυρω Του, Που Κοιμοταν Μεσα Στον Ναο Σαν Να Βρισκοταν Στην Αγκαλια Της Μαννας Τους,
Με Την Ψαλμωδια Και Στα Σπιτια.
ΌΛΗ ΑΥΤΗ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΑ.
Ο Παπαδιαμάντης ήθελε: Την Απλότητα, Την Ηρεμία, Την Ησυχία, Την Ταπείνωση.
Έτσι ένιωθε και την λατρεία. Γι’ αυτό γράφει στο κείμενό του με επιγραφή «Φωνή Αύρας Λεπτής»:
«Όλα ταύτα είναι ως μηδέν ενώπιον της θείας μεγαλειότητος,
ο δέ Θεός ηυδόκησε να φανερωθή κ’ εφανερώθη ως πράος ταπεινός Ιησούς. Τούτο προεσήμαινεν η θεοφάνεια η γενομένη εις τον Θεσβίτην Ηλίαν επί του όρους Χωρήβ.
Ο Θεός εφανερώθη εις τον Προφήτην όχι εν τώ πνεύματι τώ βιαίω, όχι εν τώ συσσεισμώ, όχι εν πυρί, Αλλ’ Εν Φωνή Αύρας Λεπτής.
Καί η φωνή της αύρας της λεπτής είναι η φωνή του πράου Ιησού, είναι η φωνή του Ευαγγελίου.
Διά τούτο, λέγει ο μελωδός, “Ιησού τώ πράω ψάλλομεν”. Καί διά τούτο, θαρρούντως επιφέρομεν ημείς, οφείλομεν να ψάλλωμεν εν Εκκλησία με πραείας φωνάς, με φωνήν αύρας λεπτής, και όχι με πολυφωνίας και παραφωνίας, αίτινες ομοιάζουν με το πνεύμα του ανέμου το βίαιον και με τον συσσεισμόν, μέσω των οποίων δεν εφανερώθη ο Θεός.
“Ουκ εν τώ συσσεισμώ, Κύριος … ουκ εν τώ πυρί Κύριος και μετά το πύρ, φωνή αύρας λεπτής  και εκεί Κύριος”».
Το Ηθος Αυτο Του Παπαδιαμαντη Ηταν Ηθος Φιλοκαλικο, Αγιορειτικο.
Τόν έχει πληγώσει βαθειά το Άγιον Όρος σε όλη του την ζωή.
Ζούσε μέσα στην Αθήνα και γενικά στον κόσμο, αλλά ασπαζόταν τον Άθωνα, για την ζωή που περικλείει.
Γράφει σε ένα κείμενό του:
«Από των νεωτέρων Αθηνών, πόλεως αναγεννηθείσης διά του κηρύγματος του ουρανοβάμονος Παύλου,
Πέμπομεν μυστηριώδη ασπασμόν εις τάς υπωρείας και τάς φάραγγας του μεγαλοπρεπούς Άθω, με τάς δροσεράς κρήνας, με τάς χιλιετείς κυπαρίσσους, με τα αιώνια δάση των καστανεών, με τούς μινυρισμούς των απειραρίθμων αηδόνων, όπου Έλλην ψάλτης, ο Κουκουζέλης, Oδων εκίνει τάς αίγας και τούς άρνας, ως ο μυθολογούμενος Ορφεύς, όπου η σκέπη της Παναγίας επισκιάζει ως άλλοτε εν τή βασιλευούση των πόλεων, όπου ζή και θάλλει η ιερά παράδοσις του μεσαιωνικού Ελληνισμού, και όπου έχει την κοιτίδα μία υψηλή ποίησις, η ποίησις η χριστιανική, ήτις δεν έπαυσε ποτέ να εμπνέη και να παρηγορή τούς θιασώτας αυτής, εν τώ ανθρωπίνω βίω».
6. Δύο Επαχτίτες για τον Παπαδιαμάντη
Πολλοί ασχολήθηκαν με το έργο και το πρόσωπο του Παπαδιαμάντη και είδαν αυτήν την μεγαλωσύνη του ανθρώπου, που εκφραζόταν μέσα στην Ταπείνωση Και Την Απλότητά Του.
Θά ήθελα να αναφερθώ σε δύο Επαχτίτες – Ναυπάκτιους, που έζησαν από κοντά τον Παπαδιαμάντη.
Ο ένας είναι Ο Γιαννης Βλαχογιαννης, ο οποίος στο κείμενό του με τίτλο «Αλ. Παπαδιαμάντης-Ο Άνθρωπος» περιγράφει χαρακτηριστικά τον μεγάλο αυτόν λογοτέχνη. Περιγράφει την φτώχεια του, την τιμιότητά του, που δεν ήθελε να χρωστά.
«Μιά μόνη φορά και τελευταία μείναν απλήρωτοι … Τά βερεσέδια τους οι καλοί άνθρωποι τα σβύσανε κι’ είπανε κι ένα συχώριο».
Αυτός που μπορούσε να κάνη πρωτότυπο έργο, έκανε μεταφράσεις για να ζήση.
«Ποιός δεν θυμάται εκείνα τα δάκτυλα, που είχανε βγάλει κάλους χοντρούς, βαστώντας την πέννα και γράφοντας; Ο άνθρωπος ο πιό πρωτότυπος ήτανε γραμμένο του να μεταφράζη, να μεταφράζη…».
«Οι γνώμες του, στολισμένες με παρέκβασες πότε στ’ αρχαία γράμματα, πότε στα εκκλησιαστικά, με κομμάτια ή στίχους από τον Όμηρο, τον Οράτιο και την Παλαιά Γραφή και τον Συναξαριστή».
Ήταν σοβαρός και μετρημένος: «τον πείραζε το άκαιρο ή το απότομο, και καμμιά φορά τον έκανε ν’ αφίσει το φαΐ, συμπάθειο να ζητήσει και να φύγει βιαστικός».
«Ο ανθρωπος αυτος ζουσε  ΑΔΙΑΦΟΡΩΝΤΑΣ ΤΕΛΕΙΑ, Αν Η Κοινωνια Των Ασημαντων ή Μοχθηρων Συγχρονων Του Τον Αγνοουσε ή Τον Παρεγνωριζε».
Καί ο Γιάννης Βλαχογιάννης κάνει μιά πολύ επιτυχημένη κρίση για τον Παπαδιαμάντη, που δείχνει ότι όλα γύρω του τα παρατηρούσε και τα περνούσε μέσα από την εμπειρία του.
«Ο Παπαδιαμάντης δούλευε για καιρό μέσ’ στο πλατύτατο πνεύμα του τον κόσμο που παρατηρούσε, τον περνούσε από της μνήμης και της κρίσης του το θαυμαστό μηχανισμό κι ύστερα τον υπαγόρευε, να πώ έτσι, στον εαυτό του».
Ο άλλος Ναυπάκτιος που συνάντησε τον Παπαδιαμάντη είναι ο Σταματης Σταματιου (Σταμ Σταμ). Πήγε ο Παπαδιαμάντης στα γραφεία της Εφημερίδος «Ακρόπολις» για να δώση ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.
Ο Στάμ Στάμ δεν τον ανεγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν πάμπτωχος που πήγε να πάρη τις δέκα δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι πτωχοί.
Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώση και τα γραπτά του. Καί ακολουθεί ο εξής διάλογος:
«Κι’ αυτά τί να τα κάμω; Δέν τα θέλετε;
Καί μού έδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πως ήταν Πιστοποιητικά Απορίας.
–Κράτησέ τα, του είπα, εμάς δεν μάς χρειάζονται.
Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός να φύγη, ξαναγύρισε.
–Τότε αφού δεν σάς χρειάζονται αυτά, εγώ με τί δικαίωμα θα πληρωθώ;
–Δέν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.
–Ναί, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.
–Μά δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα, σάς τα δίνουμε εμείς!…
–Έ, τότε, πάρτε κι’ εσείς ετούτα Που Μού Τα Ζητήσατε. Καί τα άφησε σιγά και μαλακά απάνω στο τραπέζι.
Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτησε τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.
–Μά τί είναι, επί τέλους αυτά, του λέω, που πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;
–ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ, ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΖΗΤΗΣΑΤΕ.
–Τό διήγημα των Χριστουγέννων… και ποιός είσθε σείς;
–Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ!
–Ο ίδιος;
–Ο ίδιος και ολόκληρος!
Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πέννα έφυγε από τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, εικόνες, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σάν να στροβιλίσθηκαν γύρω μου και έκανα ώρα να συνέλθω».
Καί καταλήγει ο Στάμ Στάμ:
«Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, ΓΕΜΑΤΟΝ ΕΓΩΪΣΜΟΝ, αέρα και μεγαλοπρέπεια, ΑΥΤΟΣ!…
Αυτος Ο Μαλακος, Ο Καλος, Ο Δειλος, Ο Φοβισμενος, Και Τσαλακωμενος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιόν μου!…
Αυτός, που μάς έδωκε γλύκες πνευματικές και συγκινήσεις ψυχικές, που ανιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι’ εζωντάνεψε, εμπρός μας, ανθρώπους μακρυνούς κι’ αγνώστους, που τούς έκαμε δικούς μας, εντελώς δικούς μας, σάν να περάσαμε μιά ζωή μαζί, αυτός σε μιά τέτοια κατάστασι, εκεί ενώπιόν μου!…
Τού έσφιξα το χέρι χωρίς να ημπορώ ούτε μιά λέξι να προφέρω. Από την ταραχή μου και τή σαστιμάρα μου ούτε το φώς δεν άναψα. Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγη το δικό μου και τον έχασα μέσα εις το σκοτάδι…
Έμεινε Ομως Πισω ΜΙΑ ΜΟΣΧΟΒΟΛΙΑ ΚΗΡΙΟΥ Που Λυωνει Εμπρος Στις Αγιες Εικονες, Κατι Απο Του Καντηλιου Το Σβυσιμο,
Κατι ΑΠΟ ΘΥΜΙΑΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΑ ΜΑΚΡΥΝΟ, ΜΑΚΡΥΝΟ ΠΟΛΥ…».
ΑΥΤΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ.
Έτσι έζησε και εργάστηκε.
Η Ζωη Του Ηταν Σαν Ενα Κερι Που Λυωνει, Σαν Ενα Λιβανι Αγιορειτικο Που Μοσχοβολα Τον Κοσμο, Σαν Το Λαδι Του Καντηλιου Που Καιγεται Και Αφηνει Μια Ευωδια.
Είχε μιά γλύκα στα μάτια: «και τα μάτια του έσταζαν μιά γλύκα». Έτσι και έκλεισε την ζωή του, ψάλλοντας «την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου», προσευχόμενος στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον πρόδρομο των μοναχών.
Η μοσχοβολημένη από αγιορείτικο λιβάνι ύπαρξή του, μοσχοβόλησε τα γραπτά του.
Πέρασε σε αυτά, χωρίς καμμιά ιδιαίτερη προσπάθεια, όλο τον κόσμο της λατρείας και της ορθοδόξου παραδόσεως.
Και Σας Ομολογω Οτι Καθε Φορα Που Διαβαζω Παπαδιαμαντη Λιβανιζομαι Απο Το Αγιορειτικο Θυμιαμα Και Μυριζω Το Αγιορειτικο Αγιοκερι Και Χυνω Δακρυα Προσευχης Και Ικεσιας Για Τον Μπαρμπα-Αλεξανδρο Που Τωρα Τραγουδαει «Τα Τραγουδια Του Θεου»
Μαζι Με Την Αγγελικουλα Του Φιλου Του Του Νικολα Μπουκη,
Που Έγινε Αγγελούδι Του Ουρανού.
Καί τα τραγουδάει με την δύναμη και ενέργεια Της Νηφαλίου Μέθης, αυτός ο μεθύων από το αγιορείτικο κρασί της αγάπης του ουρανίου πολιτεύματος.

ΙΕΡΟΘΕΟΥ  Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2001

About kosmaser

Η ασθένεια είναι ο..κανόνας ! Η υγεία η εξαίρεση ! Η θεραπεία άθλος..και η ίαση ο τελικός μας σκοπός..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: