RSS Feed

ΠΕ­ΡΙ­ΣΤΑ­ΤΙ­ΚΑ Α­ΠΟ ΤΗΝ Ε­ΠΙ­ΚΟΙ­ΝΩ­ΝΙ­Α ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ Π. ΠΑ­Ϊ­ΣΙ­Ο

ΠΕ­ΡΙ­ΣΤΑ­ΤΙ­ΚΑ Α­ΠΟ ΤΗΝ Ε­ΠΙ­ΚΟΙ­ΝΩ­ΝΙ­Α ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ Π. ΠΑ­Ϊ­ΣΙ­Ο

του Σεβ. Μη­τρο­πο­λί­του Ναυ­πά­κτου καί Ἁ­γί­ου Βλα­σί­ου Ἱ­ε­ρο­θέου

Μέ τόν ἀ­εί­μνη­στο π. Πα­ΐ­σι­ο εἶ­χα ἀρ­κε­τή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

Δέν συ­γκρα­τῶ, μέ λε­πτο­μέ­ρει­ες, πολ­λά ἀ­πό τά λό­γι­α του, ἀλ­λ’ ὅ­μως πα­ρα­μέ­νουν στήν μνή­μη μου με­ρι­κά πε­ρι­στα­τι­κά,

Κυ­ρί­ως ὅ­μως  ἡ ἁ­γί­α του προ­σω­πι­κό­τη­τα.

Μέ­σα μου σχη­μα­τί­στη­κε ἡ εἰ­κό­να ἑ­νός ὁ­σί­ου ἀ­σκη­τοῦ – ἀ­να­χω­ρη­τοῦ τοῦ 4ου αἰ­ῶ­νος μ.Χ.

Δέν προ­σπα­θοῦ­σα νά δι­α­φυ­λά­ξω φρά­σεις του, γι­α­τί εἶ­χε μεί­νει μέ­σα στήν καρ­δι­ά μου ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ὕ­παρ­ξή του,  ὁ­πό­τε γι­ά μέ­να

ὁ Π. Πα­ΐ­σι­ος ἦ­ταν ἅ­γι­ος, Πέ­ρα ἀ­πό ὅ­σα ἔ­κα­νε Καί ἔ­λε­γε.

Πολλές φορές, ὅταν τόν συναντοῦσα, ἀρκούμουν στό νά τόν βλέπω, νά τόν αἰσθάνομαι καί νά τόν ἀφήνω νά ἐκφράζεται ἐλεύθερα.

Δέν κρατοῦσα σημειώσεις, γιατί τόν θεωροῦσα σάν ἕνα ἀνοικτό βιβλίο, πού σιγά-σιγά ἔμπαινε μέσα στήν καρδιά μου.

Ἕνα βιβλίο χωρίς πολλά γράμματα, χωρίς ὑποσημειώσεις.

Αὐτή εἶναι ἡ αἴσθηση πού ἔχω ἕως σήμερα.

Γνώρισα ἕναν εὐλογημένο ἄνθρωπο, ἕναν διάφανο ἄνθρωπο, ἕναν ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ.

Αἰσθάνθηκα τήν ποιότητα τῆς πνευματικῆς ζωῆς πού ἐκφράζεται ὡς πνευματική ἐνέργεια και πνευματική σχέση.

Θά κα­τα­γρά­ψω ὅ­μως με­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά πε­ρι­στα­τι­κά πού ἔ­μει­ναν πο­λύ δυ­να­τά χα­ραγ­μέ­να στήν μνή­μη μου,

Γι­α­τί τό πῶς εἶ­δα συ­νο­λι­κά τήν προ­σω­πι­κό­τη­τά του τό κα­τέ­γρα­ψα σέ ἄλλο κεί­με­νο.

1. Ἄ­κου­γα γι­ά τόν π. Πα­ΐ­σι­ο ἀ­πό τά φοι­τη­τι­κά μου χρό­νι­α, δι­ό­τι γεν­νή­θη­κα καί με­γά­λω­σα στά Γι­άν­νε­να καί ὑ­πῆρ­χαν ἄν­θρω­ποι πού τόν γνώ­ρι­ζαν καί μι­λοῦ­σαν γι’ αὐ­τόν.

Τό 1967 μέ τήν ἐν­θρό­νι­ση τοῦ Μη­τρο­πο­λί­του Δρυ­ϊ­νου­πό­λε­ως, Πω­γω­νια­νῆς καί Κο­νί­τσης κ. Σε­βα­στι­α­νοῦ, τόν ἀ­κο­λού­θη­σα στήν Κό­νι­τσα ἔμει­να ἕ­να δι­ά­στη­μα μα­ζί του, δι­ό­τι ἦ­ταν ὁ Πνευ­μα­τι­κός μου πα­τέ­ρας στά Γιάν­νε­να.

Ἐ­κεῖ γνώ­ρι­σα τόν ἀ­δελ­φό τοῦ π. Πα­ϊ­σί­ου, τόν Λου­κᾶ Ἐζ­νε­πί­δη, πο­λύ σε­μνό καί κα­τα­νυ­κτι­κό ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λοῦ­σε μέ πο­λύ ἐν­θου­σι­α­σμό γι­ά τόν ἀ­δελ­φό του καί ἔ­λε­γε ὅ­τι ὁ π. Πα­ΐ­σι­ος, πέ­ρα ἀ­πό τήν σε­μνό­τη­τά του, ἦ­ταν καί πο­λύ τολ­μη­ρός.

Καί ὁ π. Πα­ΐ­σι­ος μοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι ὁ Λου­κᾶς ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρος ἀ­πό αὐ­τόν, ἀλ­λά ἄ­τολ­μος γι­ά με­γά­λες παλ­λη­κα­ρι­ές.

Τό­τε ἐ­πι­σκέ­φθη­κα τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Στο­μί­ου στήν Κό­νι­τσα, ὅ­που πρίν λί­γα χρό­νι­α ζοῦ­σε ὁ π. Πα­ΐ­σι­ος.

Οἱ κά­τοι­κοι μι­λοῦ­σαν μέ πο­λύ ἐν­θου­σι­α­σμό γι’ αὐ­τόν, δι­η­γοῦ­ντο πολ­λές ἱ­στο­ρί­ες

Γι­ά Τήν Εὐ­λά­βει­ά Του, Κυ­ρί­ως Γι­ά Τήν Συ­ντρο­φι­ά Του Μέ Τίς ἀρ­κοῦ­δες.

Ὅ­λα αὐ­τά τά εἶ­δα γραμ­μέ­να στό πρό­σφα­το βι­βλί­ο μέ τίτ­λο

«Βί­ος Γέ­ρο­ντος Πα­ϊ­σί­ου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του».

Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν ἔ­γι­να Κλη­ρι­κός στήν Ἔ­δεσ­σα καί ἐ­πι­σκε­πτό­μουν τό σπί­τι μου στά Γι­άν­νε­να, ἐρ­χό­ταν νά μέ συ­να­ντή­ση ἡ κ. Καί­τη Πα­τέ­ρα, ἀ­πό τήν Κό­νι­τσα, πο­λύ γνω­στή τοῦ π. Πα­ϊ­σί­ου καί φί­λη τῆς μη­τέ­ρας μου.

Μοῦ ἔ­λε­γε πολ­λά γι­ά τήν στε­νή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α πού εἶ­χε μέ τόν π. Πα­ΐ­σι­ο, πολ­λές ἱ­στο­ρί­ες ἀ­πό τήν ζω­ή του καί ὅ­λα αὐ­τά μοῦ ἄ­να­βαν τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά τόν γνω­ρί­σω.

2. Ἡ πρώ­τη ἔμ­με­ση γνω­ρι­μί­α μου μέ τόν π. Πα­ΐ­σι­ο ἔ­γι­νε τό 1974, ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­φθη­κα τό Κελ­λί του, τόν Τί­μι­ο Σταυ­ρό, κο­ντά στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα καί ἦλ­θα σέ ἐ­πα­φή μέ Τήν Πα­ρου­σί­α Τῆς ἀ­που­σί­ας Του! Δη­λα­δή, προ­γραμ­μά­τι­σα ἕ­να προ­σκύ­νη­μα στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος μέ παι­δι­ά τοῦ Κα­τη­χη­τι­κοῦ Σχο­λεί­ου Ἐ­δέσ­σης.

Ὅ­ταν ἐ­πι­σκε­φθή­κα­με τό Κελ­λί, τό βρή­κα­με κλει­στό. Ἔ­ξω ἀ­πό τήν πόρ­τα τοῦ φρά­κτη εἴ­δα­με τήν γνω­στή ἐ­πι­γρα­φή μέ τήν ὁ­ποί­α μᾶς προ­έ­τρε­πε νά γρά­ψου­με τά ὀ­νό­μα­τά μας

Καί θά προ­σευ­χό­ταν γι­ά μᾶς καί θά μᾶς ὠ­φε­λοῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ὅ,τι μέ τίς «πο­λυ­λο­γί­ες» του,

ἀ­πο­λαύ­σα­με τό λου­κού­μι πού μᾶς εἶ­χε ἀ­φή­σει, καί κυ­ρί­ως γι­ά ὥρα πο­λύ συ­ζη­τή­σα­με πά­νω σέ μι­ά φρά­ση πού ἦ­ταν γραμ­μέ­νη μέ κι­μω­λί­α σέ ἕ­να βρα­χά­κι. Ἔ­γρα­φε πε­ρί­που τά ἑ­ξῆς:

«Μέ συγ­χω­ρεῖ­τε πού ἀ­που­σι­ά­ζω, ἀλ­λ’ ὑ­πά­γω ἵ­να ἡ­με­ρέ­ψω καί ὕ­στε­ρα νά ἐ­πι­στρέ­ψω στόν

Ζω­ο­λο­γι­κό Μου Κῆ­πο».

Κα­τα­λή­ξα­με μέ τήν συ­ζή­τη­ση ὅ­τι ἐν­νο­οῦ­σε ὅ­τι Οἱ Πε­ρισ­σό­τε­ροι Πού Τόν ἐ­πι­σκέ­πτο­νταν Τό ἔ­κα­ναν ἀ­πό Πε­ρι­έρ­γει­α, ὅ­πως Τό Κά­νουν Οἱ ἐ­πι­σκέ­πτες ἑ­νός Ζω­ο­λο­γι­κοῦ Κή­που.

Πι­θα­νόν νά ὑ­πῆρ­χε καί ἡ ἔν­νοι­α τῆς αὐ­το­μεμ­ψί­ας, πού εἶ­ναι ἡ με­γά­λη ἀ­ρε­τή τῶν ἁ­γί­ων.

Ἀ­π’ ὅ­λο τό προ­σκύ­νη­μά μας στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος, αὐ­τό μᾶς ἔ­κα­νε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­ντύ­πω­ση.

3. Ἡ πρώ­τη προ­σω­πι­κή συ­νά­ντη­ση ἔ­γι­νε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα.

Συ­να­ντή­σα­με τόν ἀ­εί­μνη­στο π. Πα­ΐ­σι­ο μέ με­ρι­κούς ἄλ­λους Κλη­ρι­κούς καί τοῦ ζη­τή­σα­με νά μᾶς δώ­ση συμ­βου­λές γι­ά τήν ποι­μα­ντι­κή μας δι­α­κο­νί­α στόν κό­σμο, ἀ­φοῦ βρι­σκό­μα­σταν στήν ἀρ­χή τῆς ἱ­ε­ρα­τι­κῆς μας ζω­ῆς.

Μᾶς ὁ­δή­γη­σε στό Κοι­μη­τή­ρι­ο τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς, δί­πλα σέ ἕ­ναν ἀ­νοι­κτό τά­φο πού εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ἕ­νας μο­να­χός τῆς Μο­νῆς γι­ά τόν ἑ­αυ­τό του καί ἐ­κεῖ ἄρ­χι­σε

Νά Μᾶς Δι­δά­σκη Γι­ά Τό Πῶς Πρέ­πει Νά ἐρ­γα­ζό­μα­σ Στήν Ἐκ­κλη­σί­α.

Δέν ἐν­θυ­μοῦ­μαι πολ­λές ἀ­πό τίς συμ­βου­λές του. Ἀλ­λά μοῦ ἔ­κα­νε ἐ­ντύ­πω­ση:

ἡ ἱ­λα­ρό­τη­τα τῆς μορ­φῆς του, ἡ Πρα­ό­τη­τά Του, ἡ Τα­πεί­νω­σή Του

Δέν Μᾶς Κοι­τοῦ­σε Στά Μά­τι­α– Καί ἡ ἀ­γά­πη Του Γι­ά Τούς ἀν­θρώ­πους.

Ἕ­νας λό­γος μοῦ ἔ­μει­νε ἰ­δι­αι­τέ­ρως στήν μνή­μη μου.

Σχο­λί­α­ζε ἕ­ναν εἰ­λι­κρι­νῆ, ἀλ­λά σκλη­ρό λό­γο πού εἶ­χε πῆ σέ κά­ποι­α γυ­ναί­κα ὁ Πε­ντζί­κης. Ἔ­λε­γε:

«Ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος δέν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἕ­να κομ­μά­τι χρυ­σό ἔ­χει πο­λύ με­γά­λη ἀ­ξί­α, ἀλ­λά Μέ Αὐ­τό Σκο­τώ­νου­με ἄν­θρω­πο.

Ἐ­νῶ τό βαμ­βά­κι δέν ἔ­χει ἀ­ξί­α, ἀλ­λά Κα­θα­ρί­ζει τίς πλη­γές».

Ἐν­νο­οῦ­σε ὅ­τι δέν φθά­νει νά λέ­με λό­γους ἀ­λη­θι­νούς καί εἰ­λι­κρι­νεῖς, ἀλ­λά

Καί ὁ Τρό­πος Τοῦ ἐ­λέγ­χου Πρέ­πει Νά Εἶ­ναι Κα­τάλ­λη­λος.

4. Σέ μι­ά ἄλ­λη ἐ­πί­σκε­ψή μου στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος τόν συ­νά­ντη­σα στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα. Εἶ­χαν κτυ­πή­σει οἱ κα­μπά­νες γι­ά τήν ἀ­γρυ­πνί­α. Κα­τέ­βαι­να ἀ­πό τό κελ­λί μου, ἀ­πό τίς ἐ­σω­τε­ρι­κές σκά­λες τῆς Μο­νῆς καί πή­γαι­να στό Κα­θο­λι­κό.

Συ­νά­ντη­σα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο πού καί ἐ­κεῖ­νος πή­γαι­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α γι­ά τήν ἀ­γρυ­πνί­α. Ἐ­νῶ βα­δί­ζα­με στούς δι­α­δρό­μους τῆς Μο­νῆς, ὑ­πῆρ­χε μι­ά λά­μπα πε­τρε­λαί­ου ἡ ὁ­ποί­α φώ­τι­ζε πο­λύ. Ὁ π. Πα­ΐ­σι­ος εἶ­πε:

«Νά τήν τα­πει­νώ­σου­με λί­γο», καί κα­τέ­βα­σε τό φυ­τί­λι.

Μοῦ ἔ­κα­νε ἐ­ντύ­πω­ση καί ἡ φρά­ση καί τό ἦ­θος τῆς φρά­σε­ως.

Ἔ­δει­χνε ἄν­θρω­πο τα­πει­νό.

Στήν ἀ­γρυ­πνί­α αὐ­τή κα­τά τήν ἑ­ορ­τή τῶν ἁ­γί­ων Ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρου καί Παύ­λου ἔ­γι­νε καί ἡ κου­ρά ἑ­νός μο­να­χοῦ.

Ἔ­βλε­πα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο νά κά­θε­ται στό στα­σί­δι του τα­πει­νά καί εὐ­λα­βι­κά, προ­σευ­χό­με­νος ὅ­λη τήν νύ­κτα.

Θά μοῦ μεί­νη ἀ­ξέ­χα­στη ἡ σκη­νή πού τόν πα­ρε­κά­λε­σαν νά ψά­λη τόν ψαλ­μό

«ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε τῷ Κυ­ρί­ῳ…» (Ψαλμ. ρλε΄).

Ἀ­κό­μη ἠ­χεῖ στ’ αὐ­τι­ά μου ὁ τρό­πος τῆς ψαλ­μω­δί­ας, σέ ἦ­χο τέ­ταρ­το, ὅ­πως τόν ἔ­ψα­λαν στά Φά­ρα­σα, μέ τήν λε­πτή καί κα­τα­νυ­κτι­κή φω­νή του, μι­ά φω­νή πού δέν ἔ­βγαι­νε ἀ­πό τό στό­μα του, ἀλ­λά ἀ­πό τήν καρ­δι­ά του. Ἰ­δι­αι­τέ­ρως τό­τε μι­ά ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή καί κα­τα­νυ­κτι­κή ἀ­τμό­σφαι­ρα ἐ­πε­κρά­τη­σε στό Κα­θο­λι­κό τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς.

5. Κά­ποι­α φο­ρά τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κα στό Κελ­λί τοῦ Τι­μί­ου Σταυ­ροῦ καί τόν βρῆ­κα νά ἑ­τοι­μά­ζε­ται γι­ά νά ἐ­πι­σκε­φθῆ τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα γι­ά ἀ­γρυ­πνί­α.

Μέ πῆ­ρε μα­ζί του καί στό δρό­μο κου­βε­ντι­ά­ζα­με γι­ά δι­ά­φο­ρα θέ­μα­τα πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.

Τόν ρώ­τη­σα γι­ά τήν σχέ­ση πού ὑ­πάρ­χει Με­τα­ξυ Θε­οῦ Και Κτι­σε­ως.

Ἀ­φοῦ μοῦ εἶ­πε με­ρι­κά πράγ­μα­τα, πῆ­γε στήν ἄ­κρη τοῦ μο­νο­πα­τι­οῦ, ἔ­πι­α­σε μέ τό χέ­ρι του τρυ­φε­ρά καί μα­λα­κά ἕ­να πρά­σι­νο φύλ­λο ἀ­πό ἕ­να φυ­τό καί χω­ρίς νά τό κό­ψη ἔ­σκυ­ψε καί τό ἀ­σπά­στη­κε. Μοῦ εἶ­πε:

«Ἀ­σπα­ζό­μα­στε τό ρά­σο τοῦ ἁ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου πού ἀ­νῆ­κε στόν Ἅ­γι­ο

καί ἔ­χει

ἐ­νέρ­γει­α ἀ­πό αὐ­τόν.

Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο πρέ­πει νά ἀ­σπα­ζό­μα­στε τά φυλ­λα­ρά­κι­α καί τήν κτί­ση πού μέ­σα της ἔ­χει τήν

ἐ­νέρ­γει­α τοῦ Θε­οῦ».

Μέ ἕ­ναν ἁ­πλό τρό­πο μοῦ ἔ­δει­ξε τήν θε­ο­λο­γί­α «Τῶν Λό­γων Τῶν ὄ­ντων», Τῆς Οὐ­σι­ο­ποι­οῦ Καί Ζω­ο­ποι­οῦ ἐ­νερ­γεί­ας Τοῦ Θε­οῦ Πού ὑ­πάρ­χει Σέ ὅ­λη Τήν Κτί­ση.

6. Σέ δύ­σκο­λες πε­ρι­ό­δους τῆς ζω­ῆς μου πά­ντο­τε ἐ­πι­σκε­πτό­μουν τόν π. Πα­ΐ­σι­ο γι­ά νά ζη­τή­σω τίς φω­τι­σμέ­νες συμ­βου­λές του. Στό θέ­μα αὐ­τό μέ πα­ρό­τρυ­νε καί ὁ ἀ­εί­μνη­στος Γέ­ρο­ντάς μου Μη­τρο­πο­λί­της Ἐ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί Ἀλ­μω­πί­ας κυ­ρός Καλ­λί­νι­κος. «Πή­γαι­νε, παι­δί μου, στόν π. Πα­ΐ­σι­ο γι­ά σοῦ πῆ καί ἐ­κεῖ­νος τήν ἄ­πο­ψή του», μοῦ ἔ­λε­γε. Καί ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­φα ἀ­πό τό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος μέ ρω­τοῦ­σε Γι­ά Νά Βο­η­θη­θῆ καί ἐ­κεῖ­νος.

Ὁ δέ π. Πα­ΐ­σι­ος σε­βό­ταν ὑ­περ­βο­λι­κά τόν ἀ­εί­μνη­στο Καλ­λί­νι­κο. Αὐ­τό δεί­χνει τήν πνευ­μα­τι­κή σχέ­ση με­τα­ξύ ἑ­νός ἁ­γί­ου Ἐ­πι­σκό­που καί ἑ­νός ἁ­γί­ου Μο­να­χοῦ.

Ἐν­θυ­μοῦ­μαι ὅ­τι ὁ π. Πα­ΐ­σι­ος ἔ­στει­λε ἕ­να πνευ­μα­τι­κό του παι­δί στόν ἀ­εί­μνη­στο Καλ­λί­νι­κο γι­ά νά πά­ρη τήν γνώ­μη του γι­ά ἕ­να σο­βα­ρό θέ­μα καί ὁ Ἐ­πί­σκο­πος Καλ­λί­νι­κος τόν συμ­βού­λευ­σε οὐ­σι­α­στι­κά αὐ­τό πού ἤ­θε­λε ὁ π. Πα­ΐ­σι­ος καί τόν βο­ή­θη­σε.

Δέν τόν ρω­τοῦ­σα :Γι­ά Θε­ο­λο­γι­κά, Κοι­νω­νι­κά, Πο­λι­τι­κά, ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά Καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κά Θέ­μα­τα,

ἀλ­λά πά­ντο­τε τόν ρω­τοῦ­σα :

Γι­ά Θέ­μα­τα Πνευ­μα­τι­κῆς Ζω­ῆς Πού εἶ­χαν σχέ­ση μέ τόν ἑ­αυ­τό μου καί τήν ποι­μα­ντι­κή μου δι­α­κο­νί­α.

Οὔ­τε τόν ρω­τοῦ­σα χά­ρη πε­ρι­ερ­γεί­ας.

Σε­βό­μουν τόν χρό­νο του καί τήν ζω­ή πού ζοῦ­σε.

Καί ἐ­κεῖ­νος πά­ντο­τε μοῦ μι­λοῦ­σε μέ ἁ­πλό­τη­τα καί μέ πα­ρα­δείγ­μα­τα.

Ἦ­ταν πο­λύ πνευ­μα­τι­κός ἄν­θρω­πος, ἔ­μπει­ρος στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, εἶ­χε δι­ά­κρι­ση, ἀλ­λά καί πο­λύ με­γά­λη τα­πεί­νω­ση.

Πολ­λά ἀ­π’ ὅ­σα μοῦ εἶ­χε πῆ τά εἶ­δα γραμ­μέ­να καί στό βι­βλί­ο

«Βί­ος Γέ­ρο­ντος Πα­ΐ­σί­ου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του»,

Γι’ Αὐ­τό ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νω Τήν Γνη­σι­ό­τη­τα Τοῦ Βι­βλί­ου Αὐ­τοῦ.

Κά­ποι­α φο­ρά μοῦ μι­λοῦ­σε γι­ά τό ὅ­τι δέν πρέ­πει νά κα­τα­κρί­νου­με τούς ἀν­θρώ­πους, ἀλ­λά νά τούς ἀ­γα­ποῦ­με.

Καί μοῦ δι­η­γή­θη­κε τό πε­ρι­στα­τι­κό τό ὁ­ποῖ­ο, ὅ­πως εἶ­πε, τό ἔ­λε­γε μό­νο σέ με­ρι­κούς πνευ­μα­τι­κούς ἀν­θρώ­πους πού δέν θά τόν πα­ρε­ξη­γοῦ­σαν, δη­λα­δή τό πε­ρι­στα­τι­κό πε­ρί

«τῆς μαρ­τυ­ρι­κῆς ἀ­ντι­με­τώ­πι­σης πει­ρα­σμοῦ», (σελ. 135 τοῦ βι­βλί­ου) ὅ­που γί­νε­ται λό­γος γι­ά τό ὅ­τι προ­κει­μέ­νου νά ἀ­ντι­με­τω­πί­ση τόν σαρ­κι­κό πει­ρα­σμό, ἔ­κο­ψε ἑ­πτά κομ­μά­τι­α κρέ­ας ἀ­πό τό πό­δι του. Μέ τήν προ­σθή­κη ὅ­μως, ὅ­πως μοῦ τό δι­η­γή­θη­κε, ὅ­τι πε­ρι­τύ­λι­ξε τό πληγωμένο πό­δι του μέ δι­ά­φο­ρα πα­νι­ά, καί στήν κα­τά­στα­ση αὐ­τή τόν βρῆ­καν με­ρι­κοί Κο­νι­τσι­ῶ­τες πού τόν πῆ­γαν στόν Νο­σο­κο­μεῖ­ο γι­ά θε­ρα­πεί­α. Καί ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν γι­ά τό τί ἀ­κρι­βῶς ἔ­γι­νε, ἐ­κεῖ­νος, προ­κει­μέ­νου νά μήν ἀ­πο­κα­λύ­ψη τό πε­ρι­στα­τι­κό, τούς εἶ­πε ὅ­τι τόν ἔ­φα­γαν οἱ ἀρ­κοῦ­δες.

Τό ση­μα­ντι­κό ὅ­μως εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­ταν μοῦ δι­η­γεῖ­το τό πε­ρι­στα­τι­κό σή­κω­σε δι­α­κρι­τι­κά τό σκέ­λος τοῦ πα­ντε­λο­νι­οῦ του καί μοῦ ἔ­δει­ξε τίς οὐ­λές πού ὑ­πῆρ­χαν στό πό­δι του.

«Καὶ ὁ ἑ­ω­ρα­κὼς με­μαρ­τύ­ρη­κε, καὶ ἀ­λη­θι­νὴ αὐ­τοῦ ἐ­στιν ἡ μαρ­τυ­ρί­α» (Ἰω.ιθ΄,35).

Μι­λώ­ντας ἀ­κό­μη γι­ά τούς πει­ρα­σμούς τοῦ δι­α­βό­λου, μοῦ ἀ­πε­κά­λυ­ψε τό πε­ρι­στα­τι­κό πού συ­νέ­βη στό ὄ­ρος Σι­νᾶ μέ τό ξυ­πνη­τή­ρι, πού πε­ρι­γρά­φε­ται στό ὡς ἄ­νω βι­βλί­ο (σελ. 169-170).

Κά­ποι­α φο­ρά πού τόν ρώ­τη­σα πῶς πρέ­πει νά ζοῦ­με στήν Ἐκ­κλη­σί­α, μοῦ εἶ­πε μέ ἁ­πλό καί ἀ­νε­πι­τή­δευ­το τρό­πο:

«Νά αἰ­σθα­νό­μα­στε τούς ἁ­γί­ους καί τούς ἀγ­γέ­λους δί­πλα μας».

Καί στήν συ­νέ­χει­α εἶ­πε:

«Πολ­λές φο­ρές βλέ­πω δί­πλα μου τόν ἄγ­γε­λο φύ­λα­κά μου καί τόν φι­λά­ω».

7. Σε­βό­ταν τόν Γέ­ρο­ντά μου Μη­τρο­πο­λί­τη Ἐ­δέσ­σης Καλ­λί­νι­κο. Ὅ­ταν κά­ποι­α φο­ρά ἐ­πι­σκέ­φθη­κα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο καί τοῦ εἶ­πα γι­ά τίς συ­κο­φα­ντί­ες πού ἔ­γρα­φαν ἐ­να­ντί­ον του, ἀ­μέ­σως εἶ­δα νά κυ­λοῦν δά­κρυ­α ἀ­πό τά μά­τι­α του καί μοῦ εἶ­πε:

«Ὅ­σοι ἀ­δι­κοῦ­νται ἀ­γα­πι­οῦ­νται πο­λύ ἀ­πό τόν Θε­ό. Αὐ­τοί εἶ­ναι παι­δι­ά τοῦ Θε­οῦ.

Ἀ­λοί­μο­νο ὅ­μως γι­ά τούς πνευ­μα­τι­κούς ἀν­θρώ­πους, οἱ ὁ­ποῖ­οι δέν λαμ­βά­νουν μέ­ρος καί δέν τόν ὑ­πο­στη­ρί­ζουν.

Θά τό βροῦν μπρο­στά τους κα­τά τήν Ἡ­μέ­ρα τῆς Κρί­σε­ως».

Ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ αὐ­τούς πού ἐ­συ­κο­φα­ντοῦ­το καί ἀ­δι­κοῦ­ντο, ἀλ­λά ὑ­πέ­με­ναν τήν ἀ­δι­κί­α.

8. Σέ μι­ά ἐ­πί­σκε­ψή μου στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος (τόν Νο­έμ­βρι­ο τοῦ­1­9­79) τόν ἀ­να­ζη­τοῦ­σα ἐ­πι­στα­μέ­νως γι­ά νά συ­ζη­τή­σω ἕ­να θέ­μα. Ἔ­μα­θα ὅ­τι βρι­σκό­ταν στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου, γι­α­τί εἶ­χε κλη­θῆ ἀ­πό τόν Ἡγού­με­νο γι­ά νά δῆ τούς μο­να­χούς. Πῆ­γα λοι­πόν στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ὁ­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου καί σέ κά­ποι­ο δι­ά­λειμ­μα τοῦ εἶ­πα ὅ­τι ἤ­θε­λα νά τόν δῶ. Μοῦ εἶ­πε:

«Δέν θά σέ δῶ ἐ­δῶ στήν Μο­νή, ἀλ­λά αὔ­ρι­ο θά πᾶ­με στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Σι­μω­νό­πε­τρας καί ἐ­κεῖ θά βροῦ­με κά­ποι­ο χρό­νο γι­ά νά τά ποῦ­με».

Γι­ά μέ­να ἦ­ταν μι­ά εὐ­και­ρί­α νά εἶ­μαι κο­ντά του πε­ρισ­σό­τε­ρες ἡμέρες.

Ὕ­στε­ρα ἀ­πό δύ­ο ἡ­μέ­ρες ἀ­νε­βή­κα­με μα­ζί στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Σιμωνό­πε­τρας.

Τό βρά­δυ ἐ­κεῖ­νο συ­νέ­βη τό πε­ρι­στα­τι­κό μέ τά «τα­γκα­λά­κι­α» πού πε­ρι­γρά­φε­ται στό βι­βλί­ο «Βί­ος Γέ­ρο­ντος Πα­ΐ­σί­ου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του» (σελ. 580), σύμ­φω­να μέ τό ὁ­ποῖ­ο οἱ δαί­μο­νες τήν νύ­χτα κτυ­ποῦ­σαν τήν πόρ­τα τοῦ κελ­λι­οῦ του, ἄ­κου­γε φω­νές ἀ­π’ ἔ­ξω κλπ.

Τό δι­η­γεῖ­το τήν ἄλ­λη μέ­ρα μέ πο­λύ χι­οῦ­μορ καί χά­ρη. Ἀλ­λά οὔ­τε ἐ­κεῖ βρῆ­κε εὐ­και­ρί­α νά μέ δῆ. Μοῦ εἶ­πε:

«Θά σέ πά­ρω μα­ζί μου στό κελ­λί Πα­να­γού­δα».

Με­τά ἀ­πό δύ­ο μέ­ρες εἶ­χα τήν εὐ­λο­γί­α καί τήν χα­ρά νά βα­δί­σω μα­ζί του καί μα­ζί μέ με­ρι­κούς ἄλ­λους, ὅ­πως τόν ἀ­εί­μνη­στο π. Ἰ­σα­άκ, πε­ρί­που γι­ά τέσ­σε­ρεις ὧ­ρες, ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Σι­μω­νό­πε­τρας μέ­χρι τό κελ­λί του στήν Πα­να­γού­δα. Στόν δρό­μο συ­νε­χῶς ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε, μέ τόν δι­κό του τρό­πο, τό «δό­ξα σοι ὁ Θε­ός». Μέ ἔ­βα­λε νά κα­θί­σω ἐ­πά­νω στό ἄ­λο­γο, πα­ρά τίς ἀ­ντιρ­ρή­σεις μου, καί ἐ­κεῖ­νος βά­δι­ζε μέ τά πό­δι­α.

Ἔ­κα­να γι­ά λί­γο ὑ­πα­κο­ή, ἀλ­λά ἀ­μέ­σως κα­τέ­βη­κα. Ὅ­ταν συ­να­ντού­σα­με κά­ποι­ο κελ­λί, κτυ­ποῦ­σε τήν πόρ­τα, φώ­να­ζε μέ τήν λε­πτή καί δι­α­κρι­τι­κή φω­νή του τόν Γέ­ρο­ντα τοῦ Κελ­λι­οῦ, συ­ζη­τοῦ­σε μα­ζί του μέ πο­λύ κα­λω­σύ­νη. Ἐ­πί­σης ἦ­ταν πο­λύ δι­δα­κτι­κός μα­ζί μας.

Ὅ­ταν φθά­σα­με στήν Πα­να­γού­δα, εἶ­χε βρα­δι­ά­σει καί μέ κρά­τη­σε στό κελ­λί του νά κοι­μη­θῶ.

Κά­ποι­ος ἄλ­λος τῆς πα­ρέ­ας πῆ­γε στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Κουτλουμουσίου.

Πα­ρέ­θε­σε στήν τρά­πε­ζα τό γλυ­κό πού τοῦ εἶ­χαν δώ­σει ἀ­πό τήν Ἱε­ρά Μο­νή Σι­μω­νό­πε­τρας.

Ἐ­κεῖ­νος δέν ἔ­φα­γε ἀ­πό αὐ­τό, ἀλ­λά ἔ­φα­γε ἕ­να κρεμ­μύ­δι μέ λί­γο ψω­μί.

Βε­βαί­ως ἤ­μουν πά­ρα πο­λύ συ­νε­σταλ­μέ­νος, γι­α­τί εἶ­χα γνώ­ση ποῦ βρι­σκό­μουν.

Με­τά ἀ­πό τήν προ­σευ­χή, μοῦ ὑ­πέ­δει­ξε ἕ­να ξύ­λι­νο κρεβ­βά­τι, ὅ­που θά κοι­μό­μουν τό βρά­δυ, στό «σα­λό­νι» του. Μοῦ εἶ­πε:

«Νά κοι­μη­θῆς ἐ­δῶ, πά­ρε καί αὐ­τές τίς κου­βέρ­τες καί τό πρω­ΐ στίς τρεῖς ἡ ὥ­ρα θά σέ ξυ­πνή­σω γι­ά νά προ­σευ­χη­θοῦ­με καί οἱ δύ­ο ὁ κα­θέ­νας στό Κελ­λί του μέ τό κο­μπο­σχοί­νι».

Συ­ναι­σθα­νό­με­νος ὅ­τι στόν ἴ­δι­ο χῶ­ρο βρί­σκε­ται ὁ ὅ­σι­ος Πα­ΐ­σι­ος, δέν μπο­ροῦ­σα νά κοι­μη­θῶ, γι­α­τί αἰ­σθα­νό­μουν ὅ­τι μέ ἔ­βλε­πε μέ τό χά­ρι­σμά του.

Ξά­πλω­σα στό κρεβ­βά­τι, προ­σπα­θώ­ντας νά κά­νω ὅ­λη τήν νύ­κτα τήν εὐ­χή, μέ συ­γκε­ντρω­μέ­νο τόν νοῦ, γι­α­τί ἔ­λε­γα στόν ἑ­αυ­τό μου ὅ­τι μέ πα­ρα­κο­λου­θεῖ ὁ π. Πα­ΐ­σι­ος. Αὐ­τό γι­νό­ταν καί λί­γο ἐ­γω­ϊ­στι­κά.

Ὅ­λη τήν νύ­χτα ἄ­κου­γα τά βή­μα­τα τοῦ π. Πα­ϊ­σί­ου στό δω­μά­τι­ό του καί ἔ­ξω ἀπ΄ αὐ­τό. Τίς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές τό αἰ­σθα­νό­μουν σάν νά ἔ­κα­νε με­τά­νοι­ες καί ἄλ­λες φο­ρές σάν νά βά­δι­ζε.

Στίς τρεῖς ἡ ὥ­ρα, χω­ρίς νά κοι­μη­θῶ κα­θό­λου καί χω­ρίς νά κα­τα­λά­βω πῶς πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα, ἄ­κου­σα τήν λε­πτή φω­νού­λα του πού μέ κα­λοῦ­σε νά ση­κω­θῶ γι­ά νά κά­νω κο­μπο­σχοί­νι στό κελ­λί μου.

Πράγ­μα­τι συ­νέ­χι­σα τήν εὐ­χή, τήν ὁ­ποί­α ἔ­κα­να μέ­χρι τό­τε, μέ δυ­να­τό­τε­ρη ἔ­ντα­ση.

Τό πρω­ΐ, ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σα γι­ά τίς κι­νή­σεις του, τά βή­μα­τά του κλπ., μοῦ εἶ­πε ὅ­τι τόν ἐ­νό­χλη­σε τό στο­μά­χι του. Δέν μπο­ρῶ βέ­βαι­α οὔ­τε νά τό πιστεύ­σω, οὔ­τε νά τό ἀρ­νη­θῶ.

Αἰ­σθάν­θη­κα ἐ­κεῖ­νες τίς ἡ­μέ­ρες καί ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ αὐτό πού γρά­φει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης γι­ά τούς δύ­ο Μα­θη­τές (Ἀν­δρέ­α καί Πέ­τρο) πού ρώ­τη­σαν τόν Χρι­στό: «Δι­δά­σκα­λε, ποῦ μέ­νεις;». Καί Ἐκεῖ­νος τούς εἶ­πε:

«ἔρ­χε­σθε καί ἴ­δε­τε». Καί ὅ­πως γρά­φει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής:

«ἦλ­θον οὖν καί εἶ­δον ποῦ μέ­νει, καί πα­ρ’ αὐ­τῷ ἔ­μει­ναν τήν ἡ­μέ­ραν ἐ­κεί­νην· ὥ­ρα ἦν ὡς δε­κά­τη» (Ἰ­ω. α΄, 38-39).

Κα­τά τούς Πα­τέ­ρας, τό ὅ­τι ἔ­μει­ναν στήν οἰ­κί­α μα­ζί μέ τόν Χρι­στό, ση­μαί­νει ὅ­τι βρί­σκο­νταν μέ­σα στήν θε­ω­ρί­α ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα ἐ­κεί­νη.

Γι’ αὐ­τό θυ­μό­ντου­σαν ἔ­ντο­να τό πε­ρι­στα­τι­κό. Τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­να­λο­γι­ῶν, ἔ­μει­ναν βα­θει­ά χα­ραγ­μέ­νες καί στήν δι­κή μου μνή­μη τῆς καρ­δι­ᾶς ἐ­κεῖ­νες οἱ ἡ­μέ­ρες καί ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ, πού ἔ­μει­να στό σπί­τι ἑ­νός ἁ­γί­ου ἀν­θρώ­που και αἰ­σθάν­θη­κα τήν ἐ­νέρ­γει­ά του. Ἦ­ταν 19 Νο­εμ­βρί­ου­1­9­79.

9. Κά­πο­τε ἐ­πι­σκέ­φθη­κα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο μέ ἕ­ναν Φοι­τη­τή Τῆς Θε­ο­λο­γί­ας πού βρι­σκό­ταν σέ μι­ά ἡ­λι­κί­α κρί­σι­μη. Τόν ρώ­τη­σε γι­ά τίς σπου­δές του.

Ὁ φοι­τη­τής μέ ἀ­φέ­λει­α τοῦ εἶ­πε γι­ά μι­ά ἐρ­γα­σί­α του σχε­τι­κά μέ τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­που.

Σέ κά­ποι­α στιγ­μή εἶ­πε στόν π. Πα­ΐ­σι­ο:

«Ὁ Θε­ός κά­πο­τε δέν ἤ­ξε­ρε τί νά κά­νη καί ἔ­πλα­σε τόν Ἀ­δάμ καί τήν Εὔ­α, γι­ά νά πε­ρά­ση τόν και­ρό Του».

Εἶ­δα ἀ­στρα­πι­αῖ­α τόν π. Πα­ΐ­σι­ο νά ση­κώ­νη τό χέ­ρι του καί νά τοῦ δί­δη ἕ­να γε­ρό χα­στού­κι.

Ὁ φοι­τη­τής τά ἔχα­σε, ζα­λί­στη­κε, ἔ­μει­νε γι­ά λί­γο μέ γουρ­λω­μέ­να τά μά­τι­α γι­ά νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­ση τί ἔ­γι­νε, καί με­τά ἄρ­χι­σε νά κλαί­η μέ ἀ­να­φι­λη­τά σάν μι­κρό παι­δί.

Ὁ π. Πα­ΐ­σι­ος τόν κοί­τα­ζε, δέν ἔ­λε­γε τί­πο­τε Καί Τόν ἄ­φη­σε Νά Κλά­ψη.

Με­τά ἀ­πό πο­λύ κλά­μα τοῦ εἶ­πε:

«Εὐ­λο­γη­μέ­νε, τί εἶ­ναι αὐ­τό πού εἶ­πες; Ἔ­λα μα­ζί μου». Τόν πῆ­ρε ἀ­πό τό χέ­ρι, ὅ­πως ἡ μά­να τό μι­κρό παι­δί, τόν πῆ­γε στόν νι­πτή­ρα καί τοῦ εἶ­πε: «Πλύ­νε τό πρό­σω­πό σου». Ὕ­στε­ρα τοῦ ἔ­δω­σε μι­ά πε­τσέ­τα γι­ά νά σκου­πί­ση τό πρό­σω­πό του ἀ­πό τά δά­κρυ­α, καί τόν ἔ­φε­ρε στήν προηγούμε­νη θέ­ση, ὁ­πό­τε καί ἄρ­χι­σε μέ ἱ­λα­ρό­τη­τα, μέ τρυ­φε­ρό­τη­τα καί μέ πολ­λή ἀ­γά­πη νά τοῦ ὑ­πο­δει­κνύ­η τό λά­θος του καί νά τοῦ λέ­γη ὅ­τι δέν πρέ­πει νά μι­λᾶ­με μέ ἀ­πρέ­πει­α γι­ά τόν Θε­ό καί τό ἔρ­γο Του.

Μά­λι­στα τοῦ ἔ­γρα­ψε μι­ά χα­ρι­τω­μέ­νη ἀ­φι­έ­ρω­ση σέ ἕ­να βι­βλί­ο του καί τοῦ τό ἔ­δω­σε. Πε­ριτ­τό δέ νά πῶ ὅ­τι ἐ­γώ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα ὅ­λη αὐ­τή τήν σκη­νή ἄ­φω­νος καί ἐκ­στα­τι­κός.

10. Ὅ­ταν τόν ἐ­πι­σκε­πτό­μουν, με­τά ἀ­πό τίς συμ­βου­λές πού τοῦ ζη­τοῦ­σα γι­ά θέ­μα­τα προ­σω­πι­κῆς μου ζω­ῆς, τόν ρω­τοῦ­σα καί γι­ά θέ­μα­τα ποῦ ἀ­ντι­με­τώ­πι­ζα μέ τά πνευ­μα­τι­κά μου παι­δι­ά.

Τοῦ εἶ­πα γι­ά κά­ποι­ο παι­δί πού ἦ­ταν πο­λύ ζω­η­ρός καί ἀ­ντι­δρα­στι­κός καί τοῦ ζή­τη­σα τήν γνώ­μη του γι­ά τό πῶς νά τόν ἀ­ντι­με­τω­πί­ζω.

Μοῦ ἀ­πή­ντη­σε ἀ­φο­πλι­στι­κά:

«Νά κά­νης ὅ,τι ὁ ἀ­γω­γι­ά­της μέ τό ζῶ­ο. Νά κρα­τᾶς γε­ρά τά γκέ­μι­α καί νά κά­θε­σαι μα­κρυ­ά γι­ά νά μή τρῶς τίς κλω­τσι­ές του».

11. Μι­ά πε­ρί­ο­δο τῆς ζω­ῆς μου εἶ­χα ἔ­ντο­νη ἐ­πι­θυ­μί­α νά μο­νά­σω σέ Ἱ­ε­ρά Μο­νή πλη­σί­ον τῆς πό­λε­ως Ἐ­δέσ­σης, μέ μι­ά μι­κρή ἀ­δελ­φό­τη­τα νέ­ων μο­να­χῶν, καί τοῦ ζη­τοῦ­σα τήν γνώ­μη του μέ γράμ­μα.

Δέν μοῦ ἔ­γρα­ψε.

Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα ὅ­τι βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή Ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου στήν Σου­ρω­τή, τη­λε­φώ­νη­σα γι­ά νά τόν ἐ­πι­σκε­φθῶ.

Ἡ μο­να­χή πού σή­κω­σε τό τη­λέ­φω­νο μοῦ εἶ­πε:

«Αὔ­ρι­ο ἔ­χει πρό­γραμ­μα νά ἔλ­θη στήν Ἔ­δεσ­σα». Ξαφ­νι­ά­στη­κα. Πράγ­μα­τι, τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα εἶ­δα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο στήν Ἔ­δεσ­σα. Ἦλ­θε στήν Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λη καί ἔκα­νε ἐ­δα­φι­αί­α με­τά­νοι­α μπρο­στά στόν ἀ­εί­μνη­στο Μη­τρο­πο­λί­τη Ἐ­δέσ­σης Καλ­λί­νι­κο.

Στήν συ­νέ­χει­α ἐ­πι­σκε­φθή­κα­με τόν χῶ­ρο τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς ὅ­που εἶ­χα ἐ­πι­θυ­μί­α νά με­τα­βῶ. Ὅ­λη τήν ἡ­μέ­ρα ἤ­μα­σταν μα­ζί.

Ἦ­ταν πο­λύ δι­δα­κτι­κός καί οἱ συμ­βου­λές του μέ βοήθησαν πολύ.

12. Με­τά τήν κοί­μη­ση τοῦ ἀ­ει­μνή­στου Γε­ρο­ντός μου Καλ­λι­νί­κου ὑπῆρχαν προ­βλή­μα­τα ἀ­πό τόν νέ­ο Μη­τρο­πο­λί­τη.

Ἐ­πει­δή τίς δύ­σκο­λες στιγ­μές τῆς ζω­ῆς μου ρω­τοῦ­σα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο, γι’ αὐ­τό καί τήν πε­ρί­ο­δο ἐ­κεί­νη πολ­λές φο­ρές ἦλ­θα σέ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μα­ζί του, εἴ­τε προ­φο­ρι­κῶς εἴ­τε γρα­πτῶς.

Οἱ συμ­βου­λές πού μοῦ ἔ­δω­σε μέ τήν προ­σω­πι­κή του ἐ­πι­κοι­νω­νί­α ἦ­ταν πο­λύ ση­μα­ντι­κές.

Στά γράμ­μα­τα τά ὁ­ποῖ­α τοῦ ἀ­πέ­στει­λα δέν μοῦ ἀ­πα­ντοῦ­σε, ἀλ­λά καταλά­βαι­να τήν προ­σευ­χή του.

Γι­α­τί ὅ­ταν μι­ά φο­ρά τοῦ ἀ­πέ­στει­λα ἕ­να γράμ­μα, μέ τό ὁ­ποῖ­ο τοῦ ζη­τοῦ­σα ἀ­γω­νι­ω­δῶς τήν βο­ή­θει­ά του,

Χω­ρίς Νά Μοῦ ἀ­πα­ντή­ση Γραπτῶς, ὕ­στε­ρα ἀ­πό Με­ρι­κές ἡ­μέ­ρες, ἦλ­θε ἡ Λύ­τρω­ση ἀ­πό Τήν Δύ­σκο­λη ἐ­κεί­νη Κα­τά­στα­ση.

Τό­τε ἔ­γι­ναν πολ­λά καί συ­ντα­ρα­κτι­κά, ἔ­φυ­γα ἀ­πό τήν Ἔ­δεσ­σα πρός τήν Λε­βα­δει­ά καί τήν Ἀ­θή­να πο­λύ ξαφ­νι­κά καί ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, καί ἄρ­χι­σαν νά λύ­ω­νται ὅ­λα τά θέ­μα­τα, ὁ­πό­τε τό θε­ώ­ρη­σα ὡς μι­ά ἀ­πά­ντη­ση τῆς προ­σευ­χῆς τοῦ Γέ­ρο­ντα.

13. Ἐν­θυ­μοῦ­μαι μέ συ­γκί­νη­ση ἕ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα:

Ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νά λά­βω τήν συμ­βου­λή του γι­ά ἕ­να πο­λύ ση­μα­ντι­κό θέ­μα πού ἀ­ντι­με­τώ­πι­ζα.

Πῆ­γα στό κελ­λί του στήν Πα­να­γού­δα καί κτύ­πη­σα τό κα­μπα­νά­κι, πα­ρα­μέ­νο­ντας γι­ά μι­ά ὥ­ρα σχε­δόν ἔ­ξω ἀ­πό τήν πόρ­τα τοῦ φρά­κτη. Ἀλλά «οὐκ ἦν φω­νή οὐκ ἦν ἀ­κρό­α­σις». Ἤ­ξε­ρα ὅ­μως ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τόν και­ρό ὁ Γέ­ρο­ντας ἔ­φευ­γε τό πρω­ΐ ἀ­πό τό κελ­λί του καί ἐ­πέ­στρε­φε τό βρά­δυ.

Ἔ­γρα­ψα, λοι­πόν, ἕ­να ση­μεί­ω­μα, τό ἄ­φη­σα στόν εἰ­δι­κό χῶ­ρο πού ὑ­πῆρ­χε γι­ά τόν σκο­πό αὐ­τό καί τόν πλη­ρο­φο­ροῦ­σα ὅ­τι θά τόν ἐπισκεπτό­μουν τήν ἄλ­λη ἡ­μέ­ρα τό πρω­ΐ στίς 8 ἡ ὥ­ρα.

Πράγ­μα­τι, τήν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα κα­τέ­βαι­να τό δρο­μά­κι ἀ­πό τήν δι­α­σταύ­ρω­ση τοῦ δρό­μου Σταυ­ρο­νι­κή­τα – Κα­ρυ­ές πρός τήν Πα­να­γού­δα. Σέ κά­ποι­α στιγ­μή, πρίν φθάσω στήν Παναγούδα, ἄ­κου­σα ἀ­πό τό βουναλάκι μι­ά φω­νή:

«Ἔ­ε­ε! Ἔ­ε­ε! π. Ἱ­ε­ρό­θε­ε ἐ­δῶ εἶ­μαι, ἔ­λα ἀ­πό τό δρο­μά­κι πού εἶ­ναι μπρο­στά σου καί θά μέ βρῆς».

Στήν ἀρ­χή δέν κα­τά­λα­βα ποι­ός μέ φώ­να­ζε, ὕ­στε­ρα ὅ­μως συνειδητο­ποί­η­σα ὅ­τι ἦ­ταν ὁ π. Πα­ΐ­σι­ος. Πῆ­ρα τό δρο­μά­κι καί ἀνηφόρησα. Ἐ­κεῖ­νος μέ ἔ­βλε­πε καί μέ κα­θο­δη­γοῦ­σε πρός τήν κα­τεύ­θυν­ση πού ἔ­πρε­πε νά πά­ρω.

Ἀ­νε­βαί­νο­ντας ψη­λά τόν εἶ­δα νά κά­θε­ται σέ κά­ποι­ο ξέ­φω­το. Κά­θι­σα δί­πλα του, τοῦ ἀ­νέ­φε­ρα τό πρό­βλη­μά μου, γι­ά πο­λύ ὥ­ρα μοῦ ἔ­δι­δε συμ­βου­λές καί λύ­σεις πολύ σημαντικές.

Αὐ­τή ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α συ­νά­ντη­ση πού εἶ­χα μέ τόν π. Πα­ΐ­σι­ο καί ἦ­ταν πο­λύ οὐ­σι­α­στι­κή.

Ἡ συμ­βου­λή του ἦ­ταν τό­σο δι­α­κρι­τι­κή καί σο­φή, πού τήν θαύ­μα­σε ἀ­κό­μη καί ἕ­νας ἐ­ξα­γι­α­σμέ­νος Ἱ­ε­ρο­μό­να­χος.

Γε­νι­κά ἔ­δι­νε ἀ­πα­ντή­σεις φω­τι­σμέ­νες, χω­ρίς νά τίς ἐ­πι­βά­λη σ’ αὐ­τόν πού ρω­τοῦ­σε καί χω­ρίς νά ἀ­ναι­ρῆ τίς συμ­βου­λές ἄλ­λων Πνευματικῶν πα­τέ­ρων. Ἐ­πρό­κει­το γι­ά δι­ά­κρι­ση ὑ­ψη­λῶν πνευ­μα­τι­κῶν προ­δι­α­γρα­φῶν.

Γε­νι­κά, ἡ μορ­φή τοῦ π. Πα­ϊ­σί­ου καί ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μα­ζί του, μα­ζί καί μέ μερι­κούς ἄλ­λους θε­ου­μέ­νους πού μέ ἀ­ξί­ω­σε ὁ Θε­ός νά γνω­ρί­σω στήν ζω­ή μου, ἦ­ταν καί εἶ­ναι μι­ά πο­λύ ση­μα­ντι­κή πα­ρου­σί­α στήν ζω­ή μου.

Ἦ­ταν ἕ­νας φω­τι­σμέ­νος ἀ­πό τόν Θε­ό ἄν­θρω­πος, ἕ­νας ἀ­σκη­τής – ἀ­να­χω­ρη­τής τοῦ 4ου αἰ­ῶ­νος πού ἔ­ζη­σε στόν δι­κό μας αἰ­ώ­να. Ταυ­τό­χρο­να ὅμως ἦ­ταν ἕ­νας πα­τέ­ρας καί ἀ­δελ­φός, μέ δι­ά­κρι­ση, σύ­νε­ση καί χι­οῦ­μορ. Ἔ­λε­γε ὑ­ψη­λές ἀ­λή­θει­ες μέ πο­λύ ἔ­ξυ­πνο καί χα­ρι­τω­μέ­νο τρό­πο καί ἔ­λε­γε ἁ­πλά πα­ρα­δείγ­μα­τα μέ πολύ βα­θύ πε­ρι­ε­χό­με­νο.

Δέν ἔ­κα­νε οὔ­τε τόν δά­σκα­λο οὔ­τε τόν μο­να­χό, ἐ­νῶ ἦ­ταν καί ἀ­λη­θι­νός δά­σκα­λος καί πραγ­μα­τι­κός μο­να­χός, ἕ­νας ἀ­λη­θι­νός ἄν­θρω­πος, ἄνθρωπος τοῦ Θε­οῦ, πού δί­δα­σκε μέ τήν προ­σευ­χή, τήν σι­ω­πή, τό χιουμορ, τήν ἀ­γά­πη, τήν αὐ­το­μεμ­ψί­α καί τήν δι­α­κρι­τι­κή καί ἔ­ξυ­πνη συμβου­λή, χω­ρίς νά προ­σβά­λη κα­νέ­ναν.

Ὅ­ταν ἐ­πα­να­φέ­ρω στήν μνή­μη μου τήν ἁ­γι­α­σμέ­νη αὐ­τή μορ­φή συ­γκι­νοῦ­μαι, δα­κρύ­ζω καί προ­σεύ­χο­μαι.

Νά ἔ­χου­με τίς ἅ­γι­ες εὐ­χές του.–

About kosmaser

Η ασθένεια είναι ο..κανόνας ! Η υγεία η εξαίρεση ! Η θεραπεία άθλος..και η ίαση ο τελικός μας σκοπός..

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Αρέσει σε %d bloggers: